
Καθώς ο τουρισμός συνεχώς αναπτύσσεται, τα ταξίδια και οι απαιτήσεις αυξάνονται, η εμπειρία εμπλουτίζεται και η οικονομία ανθίζει, η ανάγκη για την αντοχή και ανθεκτικότητα των προορισμών και η διατήρηση της ποιότητας ζωής επιτείνεται. Άλλωστε ο τουρισμός και κυρίως με την έννοια της φιλοξενίας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη διατροφή, τις υποδομές και το περιβάλλον αλλά και τους φυσικούς πόρους που δοκιμάζονται. Κι εδώ έρχεται ένας νέος όρος που τίθεται επί τάπητος και μιλάει για μια διαδικασία, η οποία όχι απλώς συντηρεί ή επιβραδύνει τη φθορά αλλά οδηγεί στην αναγέννηση και την αναζωογόνηση και στην αλλαγή ενός συστήματος που εξαντλεί και υποβαθμίζει το έδαφος, τον αέρα, το νερό και τη βιόσφαιρα από τα οποία εξαρτόμαστε.
Ο αναγεννητικός τουρισμός ή η αναγεννητική φιλοξενία είναι μια νέα προσέγγιση στον τουρισμό, που ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να σταματήσουν να «παίρνουν» από τους τόπους και τις κοινότητες χωρίς να επιστρέφουν αντίστοιχη αξία και να συμβάλουν ενεργά στη φροντίδα και την ενδυνάμωσή τους, ώστε να παραμένουν ζωντανά και να εξελίσσονται.
Αυτό σημαίνει και έναν διαφορετικό τρόπο να μετριέται η επιτυχία: όχι μόνο με βάση πόσοι επισκέπτες έρχονται ή πόσα χρήματα ξοδεύονται, αλλά με το αν ωφελούνται όλοι: Οι επισκέπτες, οι άνθρωποι που φιλοξενούν, οι τοπικές κοινωνίες και το φυσικό περιβάλλον.
Για την Anna Pollock, ιδρύτρια του Conscious Travel, Διεθνή Σύμβουλο Τουρισμού και Thought Leader στην Αναγεννητική Τουριστική Σκέψη και μια από τις πλέον επιδραστικές φωνές παγκοσμίως στον μετασχηματισμό του τουρισμού, το διακύβευμα είναι σαφές: «Ο τουρισμός δεν μπορεί να συνεχίσει να αντλεί αξία από τους τόπους χωρίς να συμβάλλει ενεργά στη ζωτικότητα και την εξέλιξή τους».
Αυτό γίνεται όταν οι επιχειρήσεις λειτουργούν ως αναπόσπαστο μέλος ενός συνόλου και συνδιαμορφώνουν τις εξελίξεις. Όταν μιλάμε για αναγεννητική φιλοξενία, στην πράξη μιλάμε για σύνδεση με την αναγεννητική γεωργία.
Στροφή στην αναγεννητική γεωργία και σύνδεση με τουρισμό
Η αναγεννητική γεωργία, όπως εξηγεί η κ.Pollock μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, είναι η εφαρμογή πρακτικών που ενισχύουν τη ζωτικότητα του εδάφους και παράγουν τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, απαραίτητα για την ανθρώπινη ευημερία.
Δεν σημαίνει επιστροφή σε μια «ρομαντική» γεωργία του παρελθόντος, ούτε απλώς βιολογικές καλλιέργειες. Η αναγεννητική γεωργία αφορά έναν διαφορετικό τρόπο καλλιέργειας που ξεκινά από το έδαφος: λιγότερο όργωμα, λιγότερα ή καθόλου επιβλαβή χημικά που καταστρέφουν πολλούς από τους οργανισμούς του εδάφους που παράγουν υγεία, περισσότερη οργανική ύλη, συνδυασμό φυτών αντί για μονοκαλλιέργειες, καλύτερη διαχείριση του νερού και, όπου υπάρχει, σωστή, ελεγχόμενη βόσκηση. Παράλληλα, η αναγεννητική γεωργία επιτρέπει στο έδαφος να δεσμεύει περισσότερο άνθρακα και βελτιώνει τις «σπογγώδεις» του ιδιότητες, ενισχύοντας την άρδευση και μειώνοντας την απορροή και τις πλημμύρες. Στόχος δεν είναι απλώς να μη βλάπτουμε τη γη, αλλά να την κάνουμε πιο ζωντανή και πιο γόνιμη με τον χρόνο.
Η ίδια ξεκαθαρίζει ότι η αναγεννητική φιλοξενία δεν περιορίζεται στη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων, δεν είναι απλώς βιωσιμότητα. «Πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: δημιουργεί τις συνθήκες ώστε οικοσυστήματα, κοινότητες και τοπικές κουλτούρες να μπορούν να ευημερούν». Και αυτό έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που ο τουρισμός συνδέεται με τη γη, την τροφή, το νερό και τους ανθρώπους που τα φροντίζουν.
Η διασύνδεση γης, τροφής και κοινοτήτων
«Τόσο η αναγεννητική γεωργία όσο και η αναγεννητική φιλοξενία βασίζονται στην κατανόηση ότι όλες οι πτυχές της ζωής είναι απολύτως αλληλεξαρτώμενες και διασυνδεδεμένες. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να απολαμβάνουν καλή υγεία όταν καταναλώνουν τρόφιμα που προέρχονται από ανθυγιεινά εδάφη και υποβαθμισμένα, άνυδρα τοπία. Αντίστοιχα, υγιείς επιχειρήσεις δύσκολα ευδοκιμούν μέσα σε διχασμένες και ανθυγιεινές κοινότητες. Ο κοινός τους στόχος είναι να επαναφέρουν στη ζωή τόσο τη γη όσο και τους ανθρώπους», σημειώνει.
Σύμφωνα με την κ.Pollock, ο τουρισμός εξαρτάται απολύτως από ελκυστικά τοπία, καθαρό νερό, θρεπτικά τρόφιμα και κοινωνίες που λειτουργούν. «Αυτή η εξάρτηση από όσους καλλιεργούν τη γη, προστατεύουν τη φύση και διαχειρίζονται τις υποδομές πρέπει όχι μόνο να αναγνωρίζεται, αλλά και να υποστηρίζεται ενεργά». Γι’ αυτό και η σύνδεση του τουρισμού με την αναγεννητική γεωργία δεν είναι συμπληρωματική, αλλά κρίσιμη.
Όπως επισημαίνει, «η υιοθέτηση αναγεννητικών προσεγγίσεων στην αγροτική ανάπτυξη αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης κρίσιμων προκλήσεων όπως η λειψυδρία, η υποβάθμιση της γης, η αποψίλωση των δασών, οι δασικές πυρκαγιές και η κλιματική υπερθέρμανση. Πάνω από το 88% των ξενοδοχειακών κλινών στην Ελλάδα βρίσκονται σε περιοχές με έντονη υδατική ανεπάρκεια. Παράλληλα, η αγροτική γη και οι γεωργικές δεξιότητες μειώνονται σε πολλά νησιά λόγω της επέκτασης ενός τουριστικού τομέα που ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στους υδατικούς πόρους».
Από την αγροτική πρακτική στον τουρισμό
Για να ξεκινήσει η μετάβαση σε αναγεννητικές πρακτικές, απαιτούνται περιέργεια, ανοιχτό μυαλό και οικολογική γνώση. Η αναγεννητική σκέψη ξεκινά από την κατανόηση του πώς λειτουργεί η φύση σε τοπικό επίπεδο, όπως εξηγεί η κ.Pollock.
Οι πρωτοπόροι παραγωγοί στρέφονται σε αναγεννητικές πρακτικές για να μειώσουν τα κόστη, να παράγουν πιο θρεπτικά τρόφιμα, να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των καλλιεργειών απέναντι στην κλιματική αστάθεια και να αποκαταστήσουν τη βιοποικιλότητα και τα τοπία. Αν και η μετάβαση βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, επιταχύνεται καθώς τα αποτελέσματα γίνονται ορατά, οι πολιτικές αρχίζουν να προσαρμόζονται και αυξάνονται οι δυνατότητες εκπαίδευσης.
Το βασικό εμπόδιο είναι η έλλειψη επίγνωσης ότι η υποβάθμιση της γης, η λειψυδρία και τα ακραία καιρικά φαινόμενα απειλούν την επισιτιστική επάρκεια, ότι οι πολιτικές δεν αλλάζουν αρκετά γρήγορα, αλλά και ότι το πρόβλημα είναι επιλύσιμο. Η επιστήμη, η τεχνολογία και η χρηματοδότηση υπάρχουν, και η φύση μπορεί να ανακάμψει γρήγορα όταν εφαρμοστούν σωστές αναγεννητικές πρακτικές, με απτά αποτελέσματα μέσα σε λίγα χρόνια, όπως επισημαίνει.
Ερωτηθείσα για τον προβληματισμό των παραγωγών ότι, εγκαταλείποντας τις συμβατικές πρακτικές, θα μειωθεί η παραγωγή τους, η κ.Pollock εξηγεί: «Καθώς οι αγρότες μεταβαίνουν από τις συμβατικές μεθόδους στις αναγεννητικές πρακτικές, ορισμένοι πράγματι βιώνουν μειωμένες αποδόσεις βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, σε βάθος χρόνου έχει αποδειχθεί ότι η αναγεννητική γεωργία βελτιώνει τη γονιμότητα του εδάφους, τη συγκράτηση νερού και την ανθεκτικότητα απέναντι σε παράσιτα και ακραία καιρικά φαινόμενα, στοιχεία που μπορούν να ενισχύσουν τόσο την παραγωγικότητα όσο και τη σταθερότητα. Με την πάροδο του χρόνου, οι αποδόσεις εξισώνονται ή και ξεπερνούν εκείνες της συμβατικής γεωργίας, ενώ ταυτόχρονα μειώνονται τα κόστη εισροών. Παράλληλα, βελτιώνεται η θρεπτική ποιότητα των παραγόμενων τροφίμων, όπως και η βιοποικιλότητα εντός και γύρω από το αγρόκτημα».
Το πραγματικό διακύβευμα, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι μόνο πόσο παράγουμε σήμερα, αλλά αν θα μπορούμε να παράγουμε τροφή αύριο, σε συνθήκες λειψυδρίας, ακραίων καιρικών φαινομένων και εξαντλημένων εδαφών. Και εκεί, η αναγεννητική γεωργία δεν παρουσιάζεται ως ιδεολογία, αλλά ως ρεαλιστική απάντηση επιβίωσης.
Η τουριστική εφαρμογή στην πράξη
Στην πράξη, η αναγεννητική φιλοξενία μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Από ξενοδοχεία που λειτουργούν ως ζωντανά παραδείγματα αναγεννητικής καλλιέργειας, προσφέροντας εμπειρίες farm-to-table και εκπαιδευτικές ξεναγήσεις, μέχρι επιχειρήσεις που καλλιεργούν μέρος της τροφής τους ή συνεργάζονται αποκλειστικά με τοπικούς παραγωγούς. «Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται το κόστος, ενισχύεται η τοπική οικονομία και δημιουργείται ένα αυθεντικό αφήγημα», σημειώνει η Pollock. Παράλληλα, οι επισκέπτες μπορούν να συμμετέχουν σε εργαστήρια, αγροτουριστικές διαμονές ή δράσεις προστασίας της φύσης, αποκτώντας μια βαθύτερη σχέση με τον τόπο.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στον ρόλο των ξενοδοχείων και των εστιατορίων ως κοινωνικών κόμβων. «Η φιλοξενία έχει μοναδική δυνατότητα να φέρνει κοντά ανθρώπους, κατοίκους, εργαζόμενους και επισκέπτες, και να δημιουργεί χώρους διαλόγου και συνεργασίας». Αυτή η διάσταση, τονίζει, είναι εξίσου σημαντική με τις υποδομές και τις παροχές.
Θεωρεί ότι οι κλασικοί δείκτες -αριθμός επισκεπτών, πληρότητες, έσοδα- ανήκουν σε ένα «εξορυκτικό, μηχανιστικό μοντέλο» που συνέβαλε στα σημερινά αδιέξοδα. «Αν οι τουριστικοί φορείς θέλουν να ευημερήσουν μακροπρόθεσμα, έχουν συμφέρον να διασφαλίσουν ότι οι επισκέπτες αισθάνονται πραγματικά ευπρόσδεκτοι, ότι τα χρήματά τους στηρίζουν μια ποικιλία τοπικών επιχειρήσεων και ότι φεύγουν εμπνευσμένοι και “θρεμμένοι”, όχι μόνο κυριολεκτικά. Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από καθαρά σεντόνια, άνετα κρεβάτια και σύγχρονα spa».
Το ελληνικό παράδειγμα: μια ευκαιρία ηγεσίας
Η Ελλάδα, σύμφωνα με την ίδια, όχι μόνο μπορεί να εφαρμόσει το αναγεννητικό μοντέλο, αλλά έχει τη δυνατότητα να πρωταγωνιστήσει. «Είναι κάτι παραπάνω από εφικτό, είναι μια ευκαιρία ηγεσίας στην Ευρώπη. Στον κλάδο κυριαρχούν τα μικρά οικογενειακά αγροκτήματα, που παράγουν μια τεράστια ποικιλία εξειδικευμένων προϊόντων που στηρίζουν έναν δυναμικό εξαγωγικό τομέα. Αιώνες διαφοροποιημένης μικρής γεωργίας έχουν αφήσει στην Ελλάδα ένα ζωντανό αρχείο οικολογικής γνώσης, το οποίο οι σύγχρονοι αναγεννητικοί αγρότες επανανακαλύπτουν και προσαρμόζουν στις σημερινές ανάγκες. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες ευνοούν τη διαφορετικότητα, την προσαρμοστικότητα και την καινοτομία».
Πρωτοβουλίες που δείχνουν τον δρόμο
Ήδη, αρκετοί οργανισμοί και πρωτοβουλίες ενισχύουν τη διάδοση της αναγεννητικής προσέγγισης στην ελληνική ύπαιθρο. Η Southern Lights δημιουργεί δίκτυο αναγεννητικών αγροτών (Regenerative Farming Greece), αναπτύσσοντας δεξιότητες για τη νέα γενιά και τοποθετώντας την Ελλάδα στην πρωτοπορία του τομέα. Δύο ακόμη οργανισμοί, το Sustainable Food Development Organisation (SFDO) και οι Local Food Experts (LFE), επιδεικνύουν ηγετικό ρόλο εδώ και πάνω από μια δεκαετία, στηρίζοντας επιχειρήσεις με όραμα, όπως ο Όμιλος Metaxa Hospitality». Σε αυτό το πλαίσιο, ο τουρισμός δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη δραστηριότητα, αλλά ως μέρος ενός ζωντανού συστήματος που περιλαμβάνει τη γη, την τροφή, το νερό και τις κοινότητες που τα στηρίζουν.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ











