Για κάποιους είναι ο «Θείος Μπομπ». Ένας άνθρωπος που αγαπά την κλασική μουσική, παίζει σκάκι και περνά ήσυχα τις ημέρες του. Για το βρετανικό σωφρονιστικό σύστημα, όμως, ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ παραμένει ένας από τους πιο επικίνδυνους εγκληματίες που έχουν υπάρξει ποτέ.
Στα 72 του χρόνια, ο διαβόητος serial killer εξακολουθεί να ζει υπό αυστηρή απομόνωση, έχοντας περάσει σχεδόν μισό αιώνα μακριά από κάθε ανθρώπινη επαφή. Ο Μόντσλεϊ, που κάποτε χαρακτηρίστηκε ως «ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στη Βρετανία», έχει κοστίσει στο δημόσιο ταμείο περίπου μισό εκατομμύριο λίρες ετησίως, όπως γράφει η «Daily Mail», λόγω των μέτρων φύλαξης που απαιτούνται για την κράτησή του.
Από μια δύσκολη παιδική ηλικία στο έγκλημα
Η πορεία του προς τη βία ξεκίνησε από τα παιδικά του χρόνια. Γεννημένος το 1953 στο Λίβερπουλ, μεγάλωσε σε συνθήκες παραμέλησης και κακοποίησης. Σε νεαρή ηλικία εγκατέλειψε το σπίτι του και βρέθηκε στο Λονδίνο, όπου επιβίωνε εκδιδόμενος.
Το 1974, σε ηλικία 21 ετών, διέπραξε τον πρώτο του φόνο, στραγγαλίζοντας έναν παιδόφιλο πελάτη, αφού εκείνος του έδειξε φωτογραφίες ανηλίκων που είχε κακοποιήσει. Ο ίδιος παραδόθηκε στην αστυνομία και ομολόγησε το έγκλημα. Κρίθηκε ψυχικά ακατάλληλος για δίκη και μεταφέρθηκε στο ψυχιατρικό ίδρυμα Μπρόντμουρ. Εκεί, αρχικά θεωρήθηκε πρότυπο κρατουμένου. Η εικόνα αυτή, όμως, δεν κράτησε για πολύ.
Τα εγκλήματα που τον «σημάδεψαν»
Το 1977, μαζί με έναν συγκρατούμενό του, βασάνισαν επί ώρες έναν άλλον κρατούμενο πριν τον σκοτώσουν με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο. Το περιστατικό αυτό σηματοδότησε την αρχή της φήμης του.
Μεταφέρθηκε στη φυλακή υψίστης ασφαλείας Γουέικφιλντ, όπου συνέχισε τη δράση του. Το 1978 δολοφόνησε ακόμη δύο κρατουμένους, με ιδιαίτερη αγριότητα, γεγονός που οδήγησε στην οριστική καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης. Απέκτησε το παρατσούκλι «Χάνιμπαλ ο Κανίβαλος», αν και ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε πράξη κανιβαλισμού, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τις ιατροδικαστικές εξετάσεις.
Από τότε, οι αρχές έλαβαν δραστικά μέτρα για να αποτρέψουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο νέας βίας. Για περισσότερα από 40 χρόνια, ο Μόντσλεϊ κρατούνταν σε ειδικά διαμορφωμένο κελί. Η απομόνωσή του θεωρείται μία από τις μακροβιότερες στον κόσμο, φτάνοντας τα 47 χρόνια. Παρά τη σκληρή του εικόνα, αρκετοί τον περιγράφουν ως έναν ήρεμο και καλλιεργημένο άνθρωπο. Ψυχίατροι που τον έχουν εξετάσει κάνουν λόγο για έναν «εξαιρετικά ευφυή» κρατούμενο, με αγάπη για τη μουσική, την ποίηση και την τέχνη. Ο ίδιος περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του διαβάζοντας βιβλία για το σκάκι και παίζοντας μόνος του.
Ο αδελφός του έχει δηλώσει ότι δείχνει ήρεμος και συμφιλιωμένος με τη ζωή του στη φυλακή, ενώ συγγενείς του τον βλέπουν ακόμη και ως έναν άνθρωπο που «τιμώρησε κακούς». Ο ίδιος, ωστόσο, έχει περιγράψει τη ζωή του με εντελώς διαφορετικούς όρους.
Σε επιστολές του προς τις αρχές, ο ίδιος αναφέρει ότι η απομόνωση τον έχει οδηγήσει σε βαθιά ψυχική κατάρρευση. Το 2000 ζήτησε ακόμη και το δικαίωμα να πεθάνει, υποστηρίζοντας ότι η συνεχιζόμενη κράτησή του δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό. Σήμερα, ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ παραμένει έγκλειστος σε φυλακή υψίστης ασφαλείας, χωρίς καμία προοπτική αποφυλάκισης. Η περίπτωσή του συνεχίζει να διχάζει: για άλλους είναι ένας αδίστακτος δολοφόνος που πρέπει να παραμείνει απομονωμένος για πάντα, ενώ για άλλους ένα τραγικό παράδειγμα ανθρώπου που χάθηκε μέσα στη βία και την εγκατάλειψη.
Πηγή: skai.gr
















