
Έξι μήνες πριν στείλει τις αμερικανικές δυνάμεις να συλλάβουν τον Νικολάς Μαδούρο, ο Ντόναλντ Τραμπ ήθελε να κλείσει μια συμφωνία μαζί του, όχι να τον απομακρύνει βίαια από την εξουσία.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης τον Ιούλιο στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ είπε στους συμβούλους του ότι ήθελε να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με το καθεστώς Μαδούρο, ώστε να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα έδινε προτεραιότητα στις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες που θέλουν να αντλήσουν βενεζουελάνικο αργό πετρέλαιο, επιλέγοντας τη διπλωματία με τον αυταρχικό ηγέτη.
Ο Τραμπ αναγνώρισε ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος επί μακρόν τον προειδοποιούσε να μην εμπιστεύεται τον Μαδούρο και πίστευε ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο θα ενίσχυαν το καθεστώς του, διαφωνούσε με αυτή την προσέγγιση. Όμως ο Τραμπ, σύμφωνα με άτομα που είχαν ενημερωθεί για τη συζήτηση, είπε ότι ήθελε μια συμφωνία: «Θα το κάνουμε με τον δικό μου τρόπο».
Στα τέλη Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος αποφάσισε τη στρατιωτική δράση, απογοητευμένος από τις επανειλημμένες προσπάθειες να πειστεί ο Μαδούρο να εγκαταλείψει την εξουσία με αντάλλαγμα αμνηστία για τα φερόμενα εγκλήματά του. Η θρασύτατη επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε μέσα στη νύχτα και κατέληξε με τον Μαδούρο σε φυλακή της Νέας Υόρκης, προσέφερε ένα δείγμα μιας πιο δυναμικής εξωτερικής πολιτικής, την οποία ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι ίσως επιδιώξει να εφαρμόσει και σε άλλα μέρη του κόσμου, από την Κολομβία έως τη Γροιλανδία.
Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, η Βενεζουέλα εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα απίθανο σημείο σύγκλισης των προτεραιοτήτων του: μαζικές απελάσεις, διακίνηση ναρκωτικών, το δέλεαρ των τεράστιων αποθεμάτων πετρελαίου και ορυκτών της χώρας, καθώς και η σταθερή προσπάθεια του Ρούμπιο, γιου Κουβανών μεταναστών, και άλλων σκληροπυρηνικών να ανατρέψουν το βίαιο καθεστώς της.
«Η Βενεζουέλα είναι η τέλεια καταιγίδα, είναι ό,τι ακριβώς απασχολεί κατά προτεραιότητα την κυβέρνηση Τραμπ» δήλωσε ο Έλιοτ Άμπραμς, ο οποίος χειρίστηκε τις υποθέσεις της Βενεζουέλας κατά την πρώτη θητεία Τραμπ.
Η εμμονή του Τραμπ με τους πόρους της χώρας, όπως εκφράστηκε προς συμμάχους μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του, πυροδότησε παρασκηνιακούς ανταγωνισμούς μεταξύ των συμβούλων του και των λομπιστών της πετρελαϊκής βιομηχανίας για τη μορφή της πολιτικής του απέναντι στη Βενεζουέλα. Ο Τραμπ κατέστησε σαφές ότι τον ενδιέφερε περισσότερο μια συμφωνία με το Καράκας που θα εξυπηρετούσε την ατζέντα «Πρώτα η Αμερική», συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας στις απελάσεις και ευνοϊκών πετρελαϊκών συμφωνιών, παρά η πίεση για μια δημοκρατική μετάβαση.
Τελικά, ο Ρούμπιο και τα άλλα «γεράκια» γύρω από τον Τραμπ επικράτησαν, αφού έπεισαν τον πρόεδρο ότι ο Μαδούρο ήταν ένας ναρκοτρομοκράτης που δεν θα εγκατέλειπε την εξουσία από μόνος του.
Η αντίστροφη μέτρηση
Από την πλευρά του, ο Μαδούρο πίστευε ότι η πίεση του Τραμπ ήταν μπλόφα, σύμφωνα με πρώην συνεργάτες και επιχειρηματίες κοντά στο καθεστώς. «Πρόεδρε Ντόναλντ Τραμπ, πρέπει να είστε προσεκτικός, γιατί ο Μάρκο Ρούμπιο θέλει να βάψει τα χέρια σας με αίμα» είπε τον Σεπτέμβριο, καταγγέλλοντας την αμερικανική πίεση ως απόπειρα αρπαγής των πόρων της χώρας.
Ο Μαδούρο εμφανιζόταν σε βίντεο να χορεύει και να τραγουδά σε εορταστικές εκδηλώσεις, ενώ απευθυνόταν στους Αμερικανούς σε σπαστά αγγλικά λέγοντας ότι θέλει ειρήνη και «don’t worry, be happy». Ο Τραμπ εξέφρασε κατ’ ιδίαν τη δυσαρέσκειά του για τα βίντεο, λέγοντας σε συνεργάτες του ότι πίστευε πως ο Μαδούρο δεν έπαιρνε την κατάσταση στα σοβαρά, σύμφωνα με ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο.
Στις 23 Δεκεμβρίου, ο Μαδούρο απέρριψε, χωρίς να το γνωρίζει, την τελευταία πρόταση να εγκαταλείψει την εξουσία. Αντί να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του στην εξορία με την οικογένειά του, ένα ελικόπτερο τον απομάκρυνε -μαζί με τη σύζυγό του- από το Καράκας και τον μετέφερε σε αμερικανική φυλακή.
Ο Τραμπ προς το παρόν έχει υιοθετήσει μια επιφυλακτική, αλλά θετική στάση απέναντι στη 2η στην ιεραρχία του βενεζουελανικού καθεστώτος, Ντέλσι Ροντρίγκες, αφού σύμβουλοι του είπαν ότι η φιλόδοξη 56χρονη σοσιαλίστρια ίσως είναι πιο ανοιχτή στη συνεργασία με αμερικανικές εταιρείες.
Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον περασμένο Ιανουάριο, ένιωθε ότι είχε επενδύσει υπερβολικά πολύ χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο προσπαθώντας -και αποτυγχάνοντας- να εκδιώξει τον Μαδούρο κατά την πρώτη του θητεία, σύμφωνα με πρώην αξιωματούχους.
Όμως το ζήτημα επανήλθε γρήγορα στο προσκήνιο. Πολλοί από τους στενότερους συμμάχους του Τραμπ έβλεπαν την προσκόλληση του Μαδούρο στην εξουσία ως μια συνεχιζόμενη ταπείνωση και ως ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον ανεχόταν ένα ανοιχτά εχθρικό καθεστώς στο ίδιο της το ημισφαίριο, ανέφεραν πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι.
Στη συνέχεια, ο Τραμπ ανέθεσε το θέμα της Βενεζουέλας σε ένα από τα πιο έμπιστα στελέχη του για ακανθώδη διεθνή ζητήματα, τον Ρίτσαρντ Γκρενέλ.
Οι οδηγίες ήταν σαφείς: να εξασφαλίσει την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων που κρατούνταν από το καθεστώς της Βενεζουέλας, να ανοίξει τον δρόμο για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες και να πείσει τον Μαδούρο να δεχθεί αεροπλάνα γεμάτα Βενεζουελάνους μετανάστες που η κυβέρνηση Τραμπ ήθελε να απελάσει. Ο Μαδούρο είχε σταματήσει να δέχεται απελαθέντες στις αρχές του 2024, καθώς κατέρρευσαν οι συνομιλίες με την κυβέρνηση Μπάιντεν.
Τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Μόλις 11 ημέρες μετά την έναρξη της θητείας του Τραμπ, ο Γκρενέλ πέταξε στο Καράκας και ανήρτησε φωτογραφίες όπου σφίγγει το χέρι του Μαδούρο στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες. Την ίδια ημέρα, επέστρεψε στις ΗΠΑ με έξι Αμερικανούς που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, κρατούνταν άδικα. Οι πτήσεις με απελαθέντες ξεκίνησαν ξανά, αναχωρώντας τακτικά από τις ΗΠΑ προς το Καράκας κάθε Τετάρτη και Παρασκευή.
Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου, περισσότεροι από 13.600 Βενεζουελάνοι είχαν επιστρέψει στη χώρα τους, σύμφωνα με ανάλυση του ICE Flight Monitor, ομάδας που παρακολουθεί τις πτήσεις απελάσεων. Οι απελάσεις προβλήθηκαν σε εντυπωσιακά βίντεο από τον Λευκό Οίκο, ο οποίος υποστήριξε ότι επαναπροωθούσε μέλη συμμοριών και εγκληματίες.
Τους πρώτους μήνες η κυβέρνηση Τραμπ συνέχισε δημόσια να προβάλλει μια σκληρή γραμμή απέναντι στη Βενεζουέλα. Ο Ρούμπιο προειδοποίησε τον πρόεδρο ότι ο Βενεζουελάνος ηγέτης είχε συνάψει πέντε συμφωνίες με διαφορετικές κυβερνήσεις τα τελευταία 10 χρόνια και τις είχε παραβιάσει όλες, σύμφωνα με συνεργάτη του Ρούμπιο.
Ο Τραμπ αποφάσισε να προσφέρει στον Μαδούρο μια διέξοδο.
Τον Μάιο, οι ΗΠΑ προσέφεραν στον Μαδούρο μια συμφωνία να εγκαταλείψει τη Βενεζουέλα και να ζήσει εξόριστος, με αντάλλαγμα αμνηστία που θα τον προστάτευε από κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα. Οι κυρώσεις εναντίον του ίδιου και ορισμένων άλλων αξιωματούχων του καθεστώτος θα αίρονταν και οι ΗΠΑ, σε αντάλλαγμα, θα συνεργάζονταν με μια μεταβατική κυβέρνηση, ανέφεραν οι ίδιες πηγές. Ένα από τα πρόσωπα είπε ότι υπήρξαν αρχικές συζητήσεις ώστε της κυβέρνησης αυτής να ηγηθεί η αντιπρόεδρο Ροντρίγκες.
Ο Μαδούρο απέρριψε αυτή την πρόταση, καθώς και άλλες παρόμοιες που ακολούθησαν.
Καθώς οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προσπαθούσαν να ισορροπήσουν τις προτεραιότητές τους στη Βενεζουέλα, το πετρέλαιο παρέμενε στο επίκεντρο. Ενεργειακές εταιρείες ασκούσαν έντονες πιέσεις για να πείσουν την κυβέρνηση να χαλαρώσει τις κυρώσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτές απέκλειαν τις αμερικανικές επιχειρήσεις από επικερδείς πετρελαϊκές συμφωνίες και από την ανάκτηση δισεκατομμυρίων δολαρίων σε οφειλές, ενώ παράλληλα έδιναν στην Κίνα ισχυρότερο έρεισμα στο δυτικό ημισφαίριο και ενίσχυαν τη μετανάστευση από μια οικονομικά παραλυμένη Βενεζουέλα.
Τον Ιούλιο, η Chevron ανέκτησε τη δυνατότητα να αντλεί πετρέλαιο στη Βενεζουέλα, ανατρέποντας απόφαση που είχε ληφθεί νωρίτερα μέσα στο έτος για την ανάκληση άδειας της εποχής Μπάιντεν.
Λομπίστες της πετρελαϊκής βιομηχανίας αγωνίζονταν να επιστρέψουν περισσότερες εταιρείες στη χώρα. Έλεγαν σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ ότι το καθεστώς στο Καράκας ήταν τόσο απελπισμένο ώστε θα υποδεχόταν αμερικανικές επιχειρήσεις με δελεαστικούς όρους που η βιομηχανία δεν είχε δει εδώ και δεκαετίες, συμπεριλαμβανομένων συμβολαίων χωρίς διαγωνισμό και ελάχιστης περιβαλλοντικής ή κανονιστικής εποπτείας. Όμως Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούσαν ότι η σύναψη επιχειρηματικών συμφωνιών ενώ ο Μαδούρο παρέμενε στην εξουσία, θα εξόργιζε τμήματα της πολιτικής βάσης του προέδρου, που ήθελαν την απομάκρυνσή του, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το σκεπτικό της κυβέρνησης.
Ορισμένοι κορυφαίοι αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων ο Ρούμπιο και ο σύμβουλος εσωτερικής ασφάλειας Στίβεν Μίλερ, τόνισαν στον Τραμπ ότι οι Αμερικανοί εισαγγελείς είχαν απαγγείλει κατηγορίες στον Μαδούρο ως επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών. Αυτό βρήκε απήχηση στον πρόεδρο, ο οποίος είχε προεκλογικά δεσμευθεί να ανακόψει τη ροή ναρκωτικών προς τη χώρα, σύμφωνα με ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο.
Τον Αύγουστο, οι ΗΠΑ διπλασίασαν την αμοιβή για τη σύλληψη του Μαδούρο στα 50 εκατομμύρια δολάρια. «Υπό την ηγεσία του προέδρου Τραμπ, ο Μαδούρο δεν θα ξεφύγει από τη Δικαιοσύνη και θα λογοδοτήσει για τα ειδεχθή εγκλήματά του», δήλωσε η υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι.
Κατά την πρώτη του θητεία ο Τραμπ είχε εξετάσει με παρόμοιο τρόπο μια σειρά επιλογών, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών. Τότε όμως συνάντησε αντιδράσεις από το Πεντάγωνο. Οι αξιωματικοί δεν ανέπτυξαν ποτέ λεπτομερή σχέδια για την εκτέλεση στρατιωτικών πληγμάτων, σύμφωνα με τον Χουάν Κρους, τον ανώτερο αξιωματούχο του Λευκού Οίκου που χειριζόταν τη λατινοαμερικανική πολιτική στην πρώτη θητεία Τραμπ.
Αυτή τη φορά, το Πεντάγωνο κινήθηκε γρήγορα για να υλοποιήσει τις εντολές του Τραμπ για στρατιωτικά πλήγματα στην περιοχή. Τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε τους βομβαρδισμούς πλοίων που φέρονταν να μεταφέρουν ναρκωτικά στην Καραϊβική και στον ανατολικό Ειρηνικό, μια επιχείρηση που έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 110 ανθρώπους. Ακολούθησε η μεγαλύτερη στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων που έχει δει η περιοχή εδώ και δεκαετίες, με ένα αεροπλανοφόρο, πολεμικά πλοία κρούσης, πλοία υποστήριξης και χιλιάδες πεζοναύτες να συγκεντρώνονται ανοιχτά των ακτών της Βενεζουέλας.
Η φονική δράση και η μαζική ανάπτυξη δυνάμεων, καθώς και οι αλλαγές στη ρητορική του Λευκού Οίκου για το τι επιδίωκε στη Βενεζουέλα, προκάλεσαν αυξημένο έλεγχο από βουλευτές και των δύο κομμάτων.
«Θέλω να ξέρω τι θα συμβεί στη συνέχεια. Είναι πολιτική η ανατροπή του Μαδούρο; Θα έπρεπε να είναι, αν δεν είναι», δήλωσε στα τέλη του περασμένου έτους ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ (Ρεπουμπλικανός, Νότια Καρολίνα), χαρακτηρίζοντας την πολιτική της κυβέρνησης για τη Βενεζουέλα συγκεχυμένη μετά από κλειστή ενημέρωση με τον Ρούμπιο και τον Χέγκσεθ.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ αρνήθηκαν δημόσια ότι η εκστρατεία πίεσης αποσκοπούσε σε αλλαγή καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για προσπάθεια αναχαίτισης της ροής ναρκωτικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όμως, προς τα τέλη του καλοκαιριού, ανώτατοι αξιωματούχοι άρχισαν να καταρτίζουν σχέδια για την απομάκρυνση του Μαδούρο από την εξουσία. Ο Ρούμπιο, ο Χέγκσεθ, ο Μίλερ, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, και ο Νταν Κέιν, αρχηγός του Μεικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, άρχισαν να συναντώνται τακτικά για να συζητούν την πιθανή επιχείρηση.
Προσωπικό των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών άρχισε να παρακολουθεί στενά τον Μαδούρο -πού πήγαινε και πού διέμενε, τι έτρωγε και τι φορούσε- με τη βοήθεια πληροφοριοδότη από τον στενό κύκλο του Βενεζουελάνου ηγέτη, σύμφωνα με κυβερνητικούς αξιωματούχους και άλλους που γνώριζαν την επιχείρηση. Μονάδες ειδικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ ξεκίνησαν δοκιμαστικές ασκήσεις της «αρπαγής», πάνω σε ένα αντίγραφο του συγκροτήματος κατοικιών του στο Καράκας.
Μέχρι το φθινόπωρο, ο Τραμπ είχε πει στον Γκρενέλ να σταματήσει τη διπλωματική προσέγγιση προς αξιωματούχους της Βενεζουέλας, και έκτοτε ο Γκρενέλ παραγκωνίστηκε, σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης.
Τον Οκτώβριο, ο Τραμπ προχώρησε σε μια ασυνήθιστη ανακοίνωση, λέγοντας ότι είχε εξουσιοδοτήσει τη CIA να διεξάγει μυστικές επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα, ισχυριζόμενος ότι οι ηγέτες της χώρας είχαν «αδειάσει τις φυλακές τους στις ΗΠΑ» και ότι «πολλά ναρκωτικά έρχονται από τη Βενεζουέλα».
Ο Μαδούρο, ο οποίος αρνήθηκε τις κατηγορίες, αντέτεινε ότι οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν μια εισβολή για να λεηλατήσουν τους φυσικούς πόρους της Βενεζουέλας, κάτι για το οποίο, όπως είπε, προειδοποιούσε σε όλη την πολιτική του καριέρα. «Θέλουν να γίνουμε ξανά σκλάβοι της αυτοκρατορίας. Ποτέ!» δήλωσε ο Μαδούρο. Άτομα κοντά του ανέφεραν ότι ο ισχυρός άνδρας, έχοντας αντέξει τις πιέσεις κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, θεωρούσε τις αμερικανικές απειλές μπλόφα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Τραμπ εξέφρασε κατ’ ιδίαν σε συνεργάτες του επιφυλάξεις ότι η διαταγή για στρατιωτική επιχείρηση απομάκρυνσης του Μαδούρο ενδέχεται να αποτύχει, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους της εποχής.
Στα μέσα Νοεμβρίου, οι δύο ηγέτες μίλησαν τηλεφωνικά. Συζήτησαν μια γενική αμνηστία για τον Μαδούρο, τους στενούς του συνεργάτες και τις οικογένειές τους, πολλοί από τους οποίους αντιμετωπίζουν αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις και ποινικές διώξεις, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα. Ο Τραμπ είπε στον Μαδούρο ότι, αν δεν αποχωρούσε οικειοθελώς, οι ΗΠΑ θα εξέταζαν τη χρήση βίας, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο πραγματοποίησε μια τολμηρή απόδραση από τη χώρα, περνώντας κρυφά μέσα από στρατιωτικά σημεία ελέγχου για να φτάσει σε ένα αλιευτικό σκάφος με προορισμό το Κουρασάο και στη συνέχεια σε ιδιωτικό τζετ με κατεύθυνση τη Νορβηγία, όπου τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης. Ο αμερικανικός στρατός είχε ενημερωθεί για την επιχείρηση, σύμφωνα με άτομα που συμμετείχαν στη διαφυγή της.
Σύμμαχοι του Τραμπ εξήραν τη διαφυγή της Ματσάδο ως το επόμενο βήμα για να δοθεί χείρα βοηθείας προς το αντιπολιτευόμενο κίνημα της Ματσάδο να αναλάβει την εξουσία στη Βενεζουέλα.
Στις 23 Δεκεμβρίου, έγινε μια τελευταία προσπάθεια να επιτραπεί στον Μαδούρο να αποχωρήσει οικειοθελώς για να ζήσει στην εξορία. Εκείνος την απέρριψε.
«Του προσφέρθηκαν πολλαπλές, πολύ, πολύ, πολύ γενναιόδωρες προτάσεις και επέλεξε αντ’ αυτού να συμπεριφερθεί σαν άγριος άνθρωπος, επέλεξε να παίζει παιχνίδια», δήλωσε ο Ρούμπιο στους δημοσιογράφους το Σάββατο. «Και το αποτέλεσμα είναι αυτό που είδαμε απόψε».
Πηγή: skai.gr












