
Οι οικονομικές απώλειες που προκάλεσαν οι φυσικές καταστροφές σε παγκόσμιο επίπεδο κατέγραψαν αισθητή υποχώρηση το 2025, περιοριζόμενες στα 224 δισ. δολάρια. Ωστόσο, η συνολική εικόνα των ακραίων καιρικών φαινομένων εξακολουθεί να προκαλεί έντονη ανησυχία, σύμφωνα με ανακοίνωση της αντασφαλιστικής εταιρείας Munich Re.
Σε σύγκριση με το 2024, το συνολικό κόστος των ζημιών μειώθηκε σχεδόν κατά 40%, κυρίως επειδή για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία δεν σημειώθηκε κυκλώνας που να πλήξει τις ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παρόμοια τάση είχε καταγράψει και η Swiss Re, η οποία τον Δεκέμβριο είχε εκτιμήσει ότι οι παγκόσμιες οικονομικές απώλειες από φυσικές καταστροφές ανήλθαν σε περίπου 220 δισ. δολάρια, εμφανίζοντας μείωση σχεδόν κατά ένα τρίτο.
Από το συνολικό ποσό των 224 δισ. δολαρίων, η Munich Re υπολογίζει ότι τα 108 δισ. αφορούσαν ασφαλισμένες ζημίες, καταγράφοντας και σε αυτή την κατηγορία σημαντική πτώση.
Παρά τη μείωση αυτή, η εταιρεία τονίζει στην ετήσια έκθεσή της ότι «η γενική εικόνα παραμένει ανησυχητική».
«Ο πλανήτης εμφανίζει πυρετό»
Πλέον, πέρα από τις μεγάλες φυσικές καταστροφές, όπως οι σεισμοί και οι τυφώνες, το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών προέρχεται από φαινόμενα μικρότερης κλίμακας, όπως τοπικές πλημμύρες, ισχυρές καταιγίδες και δασικές πυρκαγιές.
Τα φαινόμενα αυτά προκάλεσαν το 2025 συνολικές ζημίες ύψους 166 δισ. δολαρίων, εκ των οποίων τα 98 δισ. ήταν ασφαλισμένα, ξεπερνώντας –χωρίς να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός– τους μέσους όρους των προηγούμενων δεκαετιών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι εκτεταμένες πυρκαγιές στο Λος Άντζελες τον Ιανουάριο, οι οποίες προκάλεσαν ζημιές 53 δισ. δολαρίων, με τα 40 δισ. να καλύπτονται από ασφάλειες. Πρόκειται, σύμφωνα με τη Munich Re, για τη μακράν ακριβότερη φυσική καταστροφή της χρονιάς.
«Ο πλανήτης εμφανίζει πυρετό και αυτό οδηγεί σε συσσώρευση ολοένα πιο έντονων και ακραίων καιρικών φαινομένων», δήλωσε στο AFP ο Τομπίας Γκριμ, επικεφαλής κλιματολόγος της Munich Re.
Σκεπτικισμός για το κλίμα
Η προειδοποίηση αυτή διατυπώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνεται ο σκεπτικισμός γύρω από την κλιματική αλλαγή, ιδίως στις ΗΠΑ μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναθεωρήσει ή καθυστερήσει ορισμένα μέτρα για την «πράσινη» μετάβαση της οικονομίας, επικαλούμενη λόγους ανταγωνιστικότητας και προστασίας της απασχόλησης, όπως σημειώνει το AFP.
Για τη Munich Re, ωστόσο, τα δεδομένα είναι σαφή: όσο δεν επιτυγχάνεται ένα σημείο καμπής στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα συνεχίζεται, υπογράμμισε ο Γκριμ.
Όπως εξήγησε, «η άνοδος της θερμοκρασίας οδηγεί σε περισσότερη υγρασία, ισχυρότερες βροχοπτώσεις και εντονότερους ανέμους», γεγονός που αποδεικνύει ότι η κλιματική αλλαγή ήδη ενισχύει την εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων.
17.200 νεκροί
Το 2025 παρουσίασε, σύμφωνα με τον ίδιο, «δύο διαφορετικά πρόσωπα»: το πρώτο εξάμηνο ήταν το πιο δαπανηρό που έχει καταγραφεί ποτέ για τον ασφαλιστικό κλάδο, ενώ το δεύτερο εξάμηνο χαρακτηρίστηκε από τις χαμηλότερες απώλειες της τελευταίας δεκαετίας.
Πέρα από τις πυρκαγιές στην Καλιφόρνια, ισχυρός σεισμός στη Μιανμάρ στα τέλη Μαρτίου προκάλεσε ζημιές ύψους 12 δισ. δολαρίων, οι οποίες καλύφθηκαν ασφαλιστικά σε ελάχιστο βαθμό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι δεν επλήγησαν από κυκλώνες, συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των παγκόσμιων οικονομικών απωλειών, που ανήλθαν σε 118 δισ. δολάρια. Από αυτά, τα 88 δισ. ήταν ασφαλισμένα, γεγονός που αντανακλά τόσο το υψηλό επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης όσο και τη μεγάλη αξία των εκτεθειμένων περιουσιακών στοιχείων.
Αντίστοιχα, η αμερικανική μη κερδοσκοπική οργάνωση Climate Central υπολόγισε τις απώλειες στις ΗΠΑ σε 115 δισ. δολάρια.
Τέλος, οι φυσικές καταστροφές προκάλεσαν περίπου 17.200 θανάτους παγκοσμίως, κυρίως στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού και στην Αφρική, σύμφωνα με τη Munich Re.
Αν και ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος σε σχέση με το 2024, όταν είχαν καταγραφεί 11.000 θάνατοι, παραμένει αισθητά χαμηλότερος από τον μέσο όρο των τελευταίων 30 ετών (41.900), κάτι που δείχνει ότι «τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κινδύνων αρχίζουν να αποδίδουν», κατέληξε ο Γκριμ.
Πηγή: skai.gr













