
Ακόμη και για έναν Αμερικανό πρόεδρο που έχει εμμονή με το κλείσιμο συμφωνιών, η ανάθεση από τον Ντόναλντ Τραμπ στους δύο αγαπημένους του απεσταλμένους να διαχειριστούν δύο ξεχωριστές διαπραγματεύσεις – το αδιέξοδο γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – μέσα σε μία μόνο ημέρα στη Γενεύη, έχει αφήσει πολλούς στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής με απορία.
Το διπλωματικό «πήγαινε – έλα» της Τρίτης από τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, έχει εγείρει ερωτήματα όχι μόνο για το αν έχουν αναλάβει υπερβολικά μεγάλο φόρτο και αν υστερούν σε σχέση με τις απαιτήσεις των διαπραγματεύσεων, αλλά και για το κατά πόσο υπάρχουν σοβαρές προοπτικές να επιλύσουν οποιαδήποτε από τις δύο παράλληλες κρίσεις, σύμφωνα με ειδικούς.
Ο Τραμπ, ο οποίος συχνά κομπάζει ότι έβαλε τέλος σε πολλούς πολέμους στον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του, έχει καταστήσει σαφές ότι επιδιώκει να προσθέσει περισσότερες διεθνείς συμφωνίες τις οποίες θα μπορεί να προβάλει στην προσπάθειά του για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις υψηλού ρίσκου για τα δύο δυσεπίλυτα ζητήματα οργανώθηκαν γρήγορα και η επιλογή της Γενεύης ως τόπου διεξαγωγής και για τις δύο δεν εξηγήθηκε ποτέ με σαφήνεια, πέρα από τη μακρά ιστορία της πόλης στη φιλοξενία διεθνούς διπλωματίας.
«Ο Τραμπ φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ποσότητα παρά στην ποιότητα, αντί για τη δύσκολη και λεπτομερή δουλειά που απαιτεί η διπλωματία» δήλωσε ο Μπρετ Μπρούεν, σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στην κυβέρνηση Ομπάμα και επικεφαλής πλέον της στρατηγικής συμβουλευτικής Global Situation Room. «Το να αντιμετωπίζεις και τα δύο ζητήματα ταυτόχρονα και στον ίδιο τόπο δεν βγάζει ιδιαίτερο νόημα».
Δύο διαπραγματεύσεις σε δύο τοποθεσίες της Γενεύης
Το Ιράν ήταν η εναρκτήρια πράξη σε έναν προσεκτικά ενορχηστρωμένο διπλωματικό «χορό» στη Γενεύη, όπου οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας σε δύο τοποθεσίες, σε διαφορετικές πλευρές της γαλλόφωνης ελβετικής πόλης.
Ύστερα από 3,5 ώρες έμμεσων συνομιλιών μεταξύ της αμερικανικής ομάδας και του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, με διαμεσολάβηση του Ομάν, και οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι σημειώθηκε κάποια πρόοδος, χωρίς ωστόσο να υποδηλώνεται ότι επίκειται συμφωνία στη μακροχρόνια διαμάχη για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Όσο η διπλωματική διαδικασία συνεχίζεται, ο Τραμπ μπορεί να εξακολουθεί να ενισχύει τη μεγάλη στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων κοντά στο Ιράν, καθιστώντας σαφές ότι η χρήση βίας παραμένει στο τραπέζι. Αυτό είναι πιθανό να διατηρήσει τη Μέση Ανατολή σε κατάσταση έντασης, με πολλούς να φοβούνται ότι αμερικανικά πλήγματα θα μπορούσαν να κλιμακωθούν σε ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο.
Υπερβολική διασπορά δυνάμεων;
Με μια πολύ μικρή διακοπή την Τρίτη, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ πέρασαν κατευθείαν από τις συνομιλίες για το Ιράν στη διπλωματική έδρα του Ομάν στο πεντάστερο ξενοδοχείο Intercontinental για τις διαπραγματεύσεις Ρωσίας – Ουκρανίας σχετικά με τον πόλεμο που ο Τραμπ είχε υποσχεθεί, κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024, ότι θα τερματίσει μέσα σε μία ημέρα.
Οι προσδοκίες για σημαντική πρόοδο στον τελευταίο γύρο συνομιλιών με στόχο τον τερματισμό του μεγαλύτερου πολέμου στην Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945 ήταν χαμηλές.
Αξιωματούχος με στενή σχέση με την ηγεσία του Ιράν δήλωσε ότι η διπλή ατζέντα της αμερικανικής ομάδας στη Γενεύη ενίσχυσε τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η Ουάσινγκτον είναι ειλικρινής σε οποιαδήποτε από τις δύο διπλωματικές προσπάθειες.
«Η προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο υπερβολικής διασποράς δυνάμεων» είπε ο αξιωματούχος, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας στο Reuters. «Θυμίζει τμήμα επειγόντων περιστατικών με δύο ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση και έναν μόνο γιατρό που δεν μπορεί να αφιερώσει επαρκή προσοχή σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, αυξάνοντας την πιθανότητα αποτυχίας».
Ο Μοχανάντ Χατζ-Αλί του Carnegie Middle East Center στη Βηρυτό δήλωσε ότι διακυβεύονται πάρα πολλά στην κρίση με το Ιράν, ώστε οι ΗΠΑ να χειρίζονται τη διπλωματία με αυτόν τον τρόπο.
«Το να έχεις την ομάδα των Γουίτκοφ και Κούσνερ επιφορτισμένη με την επίλυση όλων των προβλημάτων του κόσμου είναι, ειλικρινά, μια σοκαριστική πραγματικότητα» είπε.
Ορισμένοι αναλυτές ανέφεραν ότι οι δύο άνδρες, προερχόμενοι από τον χώρο του real estate της Νέας Υόρκης, δεν διαθέτουν το βάθος των γνώσεων και την εμπειρία για να αναμετρηθούν με έμπειρους διαπραγματευτές όπως ο Αραγτσί και οι Ρώσοι συνομιλητές τους, και ότι έχουν αναλάβει υποθέσεις που τους ξεπερνούν σε τόσο περίπλοκες συγκρούσεις.
Απών από τις συναντήσεις στη Γενεύη ήταν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο κορυφαίος διπλωμάτης του Τραμπ, γνωστός για την ενασχόλησή του με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Σε ερώτηση για σχόλιο, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε ότι ο Τραμπ και η ομάδα του «έχουν κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε για να φέρουν και τις δύο πλευρές μαζί ώστε να σταματήσουν οι σκοτωμοί και να επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία» στην Ουκρανία. Κατήγγειλε ανώνυμους «επικριτές» της προσέγγισης του προέδρου, χωρίς ωστόσο να απαντήσει στα συγκεκριμένα ερωτήματα του Reuters για το ρεπορτάζ.
«Απεσταλμένος για όλα»
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης υπερασπίζονται εδώ και καιρό τους ρόλους των Γουίτκοφ και Κούσνερ, επικαλούμενοι τις ικανότητές τους στις διαπραγματεύσεις, την εμπιστοσύνη που τους δείχνει ο Τραμπ και τις αποτυχίες των πιο παραδοσιακών διπλωματικών προσεγγίσεων στο παρελθόν.
Ο Γουίτκοφ, στενός φίλος του Τραμπ που συχνά αποκαλείται «ο απεσταλμένος για όλα» λόγω του ευρέος πεδίου αρμοδιοτήτων του, διαδραμάτισε βασικό ρόλο στην επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός πέρυσι μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς στον πόλεμο της Γάζας, αν και η πρόοδος προς μια πιο μόνιμη λύση έχει παγώσει. Οι διπλωματικές του προσπάθειες με το Ιράν και τη Ρωσία μέχρι στιγμής είχαν περιορισμένη επιτυχία.
Κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, ο Κούσνερ πρωτοστάτησε στις Συμφωνίες του Αβραάμ, βάσει των οποίων αρκετά αραβικά κράτη συνήψαν ιστορικές διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ. Ωστόσο, η συμφωνία δεν έχει προχωρήσει ιδιαίτερα από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία πριν από σχεδόν 13 μήνες.
Η ικανότητα των Κούσνερ και Γουίτκοφ να διαχειριστούν τα τελευταία διπλωματικά τους καθήκοντα έχει υπονομευθεί, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, από την αποδυνάμωση του μηχανισμού εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης από τον Τραμπ, τόσο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ όσο και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, από όπου πολλοί έμπειροι αξιωματούχοι απομακρύνθηκαν.
«Έχουμε δει μια αποψίλωση του διπλωματικού μας πάγκου» δήλωσε ο Μπρούεν. «Επομένως τίθεται το ερώτημα αν εξακολουθούμε να διαθέτουμε τους κατάλληλους ανθρώπους για να εργαστούν πάνω σε αυτά τα μεγάλα ζητήματα».
Πηγή: skai.gr













