
toggle
- Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απειλεί την Ευρώπη με επιβολή δασμού 10% στις εισαγωγές προς τις ΗΠΑ από την 1η Φεβρουαρίου, ο οποίος ενδέχεται να αυξηθεί στο 25% από το καλοκαίρι εάν δεν υπάρξει συμφωνία.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαντά στην απειλή με προειδοποίηση ότι είναι έτοιμη να αντιδράσει ακόμη και με το «εμπορικό μπαζούκα».
- Γαλλία και Γερμανία, μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ζητούν από την ΕΕ να είναι προετοιμασμένη για αντίδραση σε περίπτωση που προχωρήσει η επιβολή των νέων δασμών.
Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί την Ευρώπη με δασμούς για τη Γροιλανδία, η ΕΕ προειδοποιεί ότι είναι έτοιμη να απαντήσει ακόμη και με το «εμπορικό μπαζούκα».
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι θα επιβάλει δασμό 10% στις εισαγωγές προς τις ΗΠΑ από την 1η Φεβρουαρίου, ο οποίος θα αυξηθεί στο 25% από το καλοκαίρι εάν δεν υπάρξει συμφωνία. Παραμένει ασαφές αν οι νέοι δασμοί θα προστεθούν στους ήδη υφιστάμενους.
Η Γαλλία και η Γερμανία, μέλη της ομάδας των οκτώ χωρών που περιλαμβάνει επίσης τη Βρετανία, τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, δήλωσαν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι έτοιμη να αντιδράσει εάν ο Τραμπ προχωρήσει.
Το βρετανικό δίκτυο εξετάζει μια σειρά από επιλογές που θα κληθεί να εξετάσει η Ευρώπη.
Μπορεί η Ευρώπη να απαντήσει με δασμούς;
Λιγότερο από έξι μήνες πριν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν καταλήξει σε συμφωνία που στόχευε στη σταθεροποίηση του διατλαντικού εμπορίου και θα παρείχε βεβαιότητα στις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.
Κατά της συνομιλίες ανάμεσα στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον Ντόναλντ Τραμπ στη Σκωτία, η πρόεδρος της Κομισιόν κατάφερε να συνάψει συμφωνία για δασμούς 15% σε όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, σημαντικά χαμηλότερους από το 30% που είχε αρχικά απειλήσει να επιβάλει η Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες είχαν προετοιμάσει πακέτο αντισταθμιστικών δασμών, το οποίο θα ενεργοποιούνταν σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Το πακέτο αυτό περιλαμβάνει από κτηνοτροφικά προϊόντα και εξαρτήματα αεροσκαφών έως ουίσκι, συνολικής αξίας 93 δισ. ευρώ αμερικανικών εξαγωγών προς την ΕΕ.
Η συμφωνία σε ανώτατο επίπεδο είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή των δασμών, έως ότου οριστικοποιηθούν οι λεπτομέρειες, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επρόκειτο να επικυρώσει τη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ την επόμενη εβδομάδα.
Ωστόσο, λίγες ώρες μετά τις νέες απειλές του Τραμπ, ο Γερμανός ευρωβουλευτής Μάνφρεντ Βέμπερ δήλωσε ότι η έγκριση της συμφωνίας «δεν είναι δυνατή σε αυτό το στάδιο».
Χωρίς την επικύρωση της περσινής συμφωνίας ή την παράταση της αναστολής, οι δασμοί σε αμερικανικά προϊόντα αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ θα τεθούν σε ισχύ στις 7 Φεβρουαρίου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει πολιτικό κόστος για τον Τραμπ στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ιδίως από επιχειρήσεις που εξάγουν στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σε ό,τι αφορά την απειλή επιβολής δασμών μόνο σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημείωσε ότι, αν και κάτι τέτοιο είναι τεχνικά δυνατό, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί, λόγω του τρόπου με τον οποίο τα προϊόντα διακινούνται και διασχίζουν πολλαπλά σύνορα εντός της ενιαίας αγοράς πριν εξαχθούν στις ΗΠΑ.
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Όλοφ Γκιλ δήλωσε ότι οι Βρυξέλλες θα κάνουν «ό,τι είναι απαραίτητο για να προστατεύσουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ», υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι οι δασμοί τελικά πλήττουν επιχειρήσεις και καταναλωτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Τι είναι το «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ
Το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα», επισήμως γνωστό ως Anti-Coercion Instrument (ACI – Μηχανισμός Αντιμετώπισης Οικονομικού Εξαναγκασμού), είναι ένας νόμος που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να απαντά σε οικονομικό εκβιασμό από τρίτες χώρες εκτός ΕΕ.
Ο μηχανισμός προβλέπει ιδιαίτερα σκληρές κυρώσεις όταν μια χώρα επιχειρεί να επιβάλει τη βούλησή της στην ΕΕ ή σε κράτη-μέλη, παρεμβαίνοντας στις «νόμιμες και κυρίαρχες επιλογές» τους.
Η απάντηση της ΕΕ μπορεί να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εμπορικών και οικονομικών μέτρων, όπως:
- επιβολή δασμών
- περιορισμούς σε εισαγωγές και εξαγωγές
- περιορισμούς στο εμπόριο υπηρεσιών
- μειωμένη πρόσβαση σε τραπεζικές και κεφαλαιαγορές
Στην ακραία του μορφή, το εργαλείο επιτρέπει στην ΕΕ να αποκλείσει την πρόσβαση στο μεγαλύτερο μέρος της ενιαίας αγοράς, ακόμη και παρακάμπτοντας υφιστάμενες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες.
Ωστόσο, θεωρείται «πυρηνική επιλογή».
Παρότι είναι εξαιρετικά ισχυρό, το ACI θεωρείται μέτρο έσχατης ανάγκης. Ο βασικός του στόχος δεν είναι η εφαρμογή κυρώσεων, αλλά η άσκηση πίεσης ώστε οι τρίτες χώρες να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η ενεργοποίησή του θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις και για την ίδια την ΕΕ, γι’ αυτό αντιμετωπίζεται με μεγάλη προσοχή.
Το «εμπορικό μπαζούκα» δεν είναι μηχανισμός ταχείας αντίδρασης.
Με βάση τους ισχύοντες κανόνες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να χρειαστεί έως τέσσερις μήνες για να διερευνήσει αν υπάρχει οικονομικός εξαναγκασμός. Ακολουθούν έως έξι μήνες διαβουλεύσεων και αξιολόγησης για το αν συντρέχει λόγος αντιποίνων.
Στη συνέχεια, τα κράτη-μέλη διαθέτουν έως δέκα εβδομάδες για να εγκρίνουν οποιαδήποτε δράση.
Ακόμη και αν η Επιτροπή κινήσει τη διαδικασία άμεσα, μπορεί να περάσει έως και ένας χρόνος μέχρι να εφαρμοστούν στην πράξη τα μέτρα.
Ποια εργαλεία διαθέτει το Λονδίνο
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασίλειου, Κιρ Στάρμερ, ξεκαθάρισε τη Δευτέρα ότι επιθυμεί να αποφευχθεί ένας εμπορικός πόλεμος με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, αποκλείοντας ουσιαστικά την άμεση επιβολή ανταποδοτικών δασμών κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε ομιλία του, ο Στάρμερ τόνισε ότι ο Τραμπ δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την απειλή εμπορικών δασμών «με αυτόν τον τρόπο απέναντι σε συμμάχους», προσθέτοντας ωστόσο πως «ένας πόλεμος δασμών δεν είναι προς το συμφέρον κανενός».
«Δεν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο και η προτεραιότητά μου είναι να διασφαλίσω ότι δεν θα φτάσουμε εκεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παρότι το Λονδίνο αποφεύγει προς το παρόν τα αντίποινα, υπάρχουν και άλλοι μοχλοί πίεσης που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει, εφόσον το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ δεν καταλήξουν σε συμφωνία για τη Γροιλανδία.
Ένα τέτοιο εργαλείο είναι η αύξηση του Φόρου Ψηφιακών Υπηρεσιών (Digital Services Tax), που θα επηρέαζε ορισμένους από τους μεγαλύτερους αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους, όπως η Amazon και η Meta, ιδιοκτήτρια των Instagram, WhatsApp και Facebook.
Ο φόρος ανέρχεται σήμερα στο 2% και επιβάλλεται σε τεχνολογικές εταιρείες με παγκόσμιο κύκλο εργασιών άνω των 500 εκατ. λιρών και έσοδα τουλάχιστον 25 εκατ. λιρών στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Νομική αβεβαιότητα στις ΗΠΑ
Σε αυτό το στάδιο, πολλά παραμένουν ασαφή, συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητας ορισμένων από τους δασμούς που έχει ανακοινώσει ο Τραμπ.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αναμένεται να αποφανθεί για το κατά πόσον ο Αμερικανός πρόεδρος υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς βάσει του νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act).
Η απόφαση αφορά και τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς που επέβαλε πέρυσι ο Τραμπ, βάσει των οποίων αμερικανικές επιχειρήσεις που εισάγουν σειρά βρετανικών προϊόντων υποχρεούνται να καταβάλλουν δασμό 10% κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ.
Πηγή: skai.gr













