
Η Ισπανία πρόκειται να δώσει επίσημη χάρη σε μια ομάδα 53 γυναικών που συγκαταλέγονται ανάμεσα στις χιλιάδες που φυλακίστηκαν από το καθεστώς του δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο με το σκεπτικό ότι ήταν δήθεν «ηθικά εκπεσμένες ή σε κίνδυνο να εκπεσούν».
Οι γυναίκες αυτές φυλακίστηκαν ως έφηβες από το Συμβούλιο για την Προστασία των Γυναικών (Board for the Protection of Women), ένα σύνολο ιδρυμάτων που διοικούνταν από θρησκευτικά τάγματα. Το συμβούλιο – το οποίο θύμιζε τα διαβόητα Πλυντήρια Μαγδαληνής (Magdalene Laundries) της Ιρλανδίας – βρισκόταν υπό την εποπτεία της Κάρμεν Πόλο, συζύγου του δικτάτορα στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο (Francisco Franco).
Αρχικά ιδρύθηκε το 1902 με στόχο την καταπολέμηση της πορνείας. Το 1941 όμως, δύο χρόνια μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, ο ρόλος του επεκτάθηκε ώστε να καταστέλλει γυναικεία συμπεριφορά που αποκλίνει από τα πρότυπα που όριζε η Καθολική Εκκλησία. Το συμβούλιο δεν καταργήθηκε παρά μόνο το 1985, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Φράνκο.
Σε μια τελετή την επόμενη εβδομάδα, η κυβέρνηση θα δώσει χάρη στις 53 επιζώσες και θα τις αναγνωρίσει ως θύματα της φρανκικής καταστολής. Σε ανακοίνωση του Υπουργείου Δημοκρατικής Μνήμης (Ministry of Democratic Memory) αναφέρεται ότι οποιαδήποτε τιμωρία, νομική ή διοικητική, είχαν υποστεί θεωρείται άκυρη, καθώς προήλθε από «την καταστολή και τη βία που άσκησε το Συμβούλιο για την Προστασία των Γυναικών για πολιτικούς, ιδεολογικούς λόγους ή λόγω φύλου».
Η κυβερνητική υπηρεσία που δημιουργήθηκε πέρυσι για να διερευνήσει τη δράση του συμβουλίου έχει μέχρι στιγμής λάβει 1.600 δηλώσεις από γυναίκες που πέρασαν από αυτά τα ιδρύματα.
Μία γυναίκα φυλακίστηκε επειδή υπήρχαν υποψίες ότι ήταν λεσβία, απλώς επειδή είχε γράψει μια επιστολή στην οποία συζητούσε θέματα σεξουαλικότητας. Η Έβα Γκαρθία δε λα Τόρε (Eva García de la Torre), η οποία μετά την απελευθέρωσή της το 1985 έγινε δήμαρχος μιας μικρής πόλης στη Γαλικία (Galicia), ήταν η πρώτη γυναίκα που αναγνωρίστηκε επίσημα ως θύμα του συμβουλίου. Πέθανε το 2022.
Μια άλλη γυναίκα κρατήθηκε επειδή οι αρχές τη θεωρούσαν «υπερβολικά φίλη του δρόμου».
Μέχρι σήμερα το έργο του συμβουλίου είχε συζητηθεί ελάχιστα, ίσως λόγω του κοινωνικού στίγματος που συνόδευε όσες πέρασαν από τα ιδρύματά του, αλλά και εξαιτίας της συνενοχής απλών πολιτών που κατήγγειλαν νεαρές γυναίκες στις αρχές.
«Το συμβούλιο μπορούσε να βασίζεται σε ευρεία δημόσια υποστήριξη και οι άνθρωποι γίνονταν σύμμαχοι και συνεργοί του», δήλωσε η ιστορικός Κάρμεν Γκιγιέν (Carmen Guillén), η οποία νωρίτερα φέτος δημοσίευσε βιβλίο για τον θεσμό.
«Οι άνθρωποι είχαν υιοθετήσει τις ιδέες για το τι θεωρείται “καλή” ή “κακή” γυναίκα και τι θεωρείται απόκλιση από τη θηλυκότητα. Ήταν μια μορφή πανοπτικού ελέγχου που ασκούνταν από τις οικογένειες και τους γείτονες, καθώς και από τις αρχές.»
Πέρυσι μια ομάδα που εκπροσωπεί τα θρησκευτικά τάγματα τα οποία διαχειρίζονταν το συμβούλιο εξέδωσε δημόσια συγγνώμη «σε όλες εκείνες τις γυναίκες των οποίων τα δικαιώματα και η αξιοπρέπεια δεν αναγνωρίστηκαν».
Οι εκπρόσωποι των θυμάτων απέρριψαν τη χάρη και ζήτησαν «αλήθεια, δικαιοσύνη και αποζημιώσεις».
Πηγή: skai.gr












