
toggle
- Η Κνέσετ υπερψήφισε με 62 ψήφους τον νόμο που επιβάλει θανατική ποινή, κυρίως απαγχονισμό, για δράστες τρομοκρατικών ενεργειών με θύματα Ισραηλινούς πολίτες.
- Ο νόμος προωθήθηκε από βουλευτές της εθνοθρησκευτικής ακροδεξιάς, όπως ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, και θεωρείται ότι εξυπηρετεί τις πολιτικές τους επιδιώξεις εν όψει βουλευτικών εκλογών.
- Υπήρξαν σοβαρές αντιδράσεις από το ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών, το συμβούλιο εθνικής ασφαλείας, νομικούς συμβούλους του πρωθυπουργού, τη στρατιωτική εισαγγελία και μεταξύ κυβερνητικών στελεχών, με διαφωνίες για την ποινή και την εκτέλεσή της.
Ο νόμος προκαλεί αντιδράσεις εντός και εκτός Ισραήλ. Εκτιμάται πως εξυπηρετεί τις πολιτικές επιδιώξεις του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και της εθνοθρησκευτικής ακροδεξιάς ενόψει βουλευτικών εκλογών.Ανταπόκριση από την Ιερουσαλήμ
Με 62 ψήφους υπέρ, 48 κατά και μία αποχή, η Ολομέλεια της Κνέσετ υπερψήφισε χθες βράδυ (30/3) τον νόμο που επιβάλει θανατική ποινή «για δράστες τρομοκρατικών ενεργειών με θύματα ισραηλινούς πολίτες». Την εισήγηση του νόμου υπέγραψαν δύο βουλευτές, μία του κόμματος «Εβραϊκή Ισχύς» υπό τον Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και ένας από το Λικούντ του Βενιαμίν Νετανιάχου. Ο νόμος θεσπίζει ως ποινή τον απαγχονισμό, ενώ εάν διαπιστωθούν «ειδικές περιστάσεις», επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Η εκτέλεση της ποινής πραγματοποιείται εντός 90 ημερών από την έκδοση της απόφασης, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στον εκάστοτε Πρωθυπουργό να αναβάλει την εκτέλεσή της για διάστημα όχι μεγαλύτερο των 180 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Ωστόσο, κατά πολλών του διατάξεων εξέφρασαν έντονες αντιρρήσεις το ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών, το συμβούλιο εθνικής ασφαλείας, νομικοί σύμβουλοι του Πρωθυπουργικού Γραφείου, η στρατιωτική εισαγγελία, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες της αντικυβερνητικής εφημερίδας Haaretz, ο Νετανιάχου φέρεται να επέμεινε στην εισαγωγή της ισόβιας κάθειρξης ως εναλλακτική ποινή, προκαλώντας δριμείες αντιρρήσεις εκ μέρους του Υπουργού Εθνικής Ασφαλείας, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, που επέμενε να μην υπάρχει δυνατότητα εκτέλεσης άλλης ποινής πλην του απαγχονισμού.
Φυλετικά κριτήρια και δικανική κρίση
Το περιεχόμενο του νόμουπροκάλεσε – και συνεχίζει να προκαλεί – πλείστες επικρίσεις στο εξωτερικό, κυρίως από πλευράς των κυβερνήσεων της Γερμανίας, της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και από ανθρωπιστικές οργανώσεις στο Ισραήλ και διεθνώς, τονίζοντας ότι με αυτό το νομοθέτημα η ισραηλινή έννομη τάξη απομακρύνεται από τα δυτικά πολιτειακά πρότυπα. Στο επίκεντρο των επικρίσεων σχετίζεται με το πεδίου εφαρμογής του νόμου, και ειδικότερα το ότι εκτείνεται στην Δυτική Όχθη. Πέρα από τα ισραηλινά ποινικά δικαστήρια, ο νόμος δύναται να εφαρμοσθεί και από τα στρατοδικεία της Δυτικής Όχθης και από την διατύπωσή του «φωτογραφίζονται» οι Παλαιστίνιοί της κάτοικοι. Σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, ο δράστης που δολοφονεί ισραηλινό πολίτη θα πρέπει να έχει εθνοτικά κίνητρα με σκοπό «να πλήξει την κρατική κυριαρχία του Ισραήλ ».
Ως εκ τούτου, εάν Εβραίος ισραηλινός έποικος σκοτώσει Παλαιστίνιο στην Δυτική Όχθη, η πράξη του δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου καθότι ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστωθεί πως τα κίνητρά του ενέχουν εθνοτικό υπόβαθρο, δεν στοχεύουν στο να πληγεί η ισραηλινή κρατική κυριαρχία. Με άλλα λόγια, ο νόμος καλεί τον δικαστή να συμπεριλάβει στην δικανική του κρίση εθνοτικά κριτήρια, δεδομένο που αντίκειται στους λεγόμενους ‘Θεμελιώδεις Νόμους’ του ισραηλινού νομικού συστήματος, που έχουν οιονεί συνταγματική ισχύ και ορίζουν ότι το ισραηλινό πολίτευμα δεν αναγνωρίζει «διακρίσεις έθνους, φυλής ή φύλου».
Πολιτικό εργαλείο του Μπεν Γκβιρ ενόψει εκλογών
Νομικοί κύκλοι στο Ισραήλ υποστηρίζουν ότι ο νόμος θα ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, όχι μόνο επειδή απαιτεί από την δικαιοσύνη να λαμβάνει ως εξωτερικό όρο του αξιοποίνου την εθνοτική καταγωγή του κατηγορούμενου δράστη, αλλά και επειδή οι διατάξεις του δεν θεσπίζουν δυνατότητα παροχής αμνηστίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την διάρκεια επεξεργασίας του σχετικού νομοσχεδίου ενώπιον της αρμόδιας νομοπαρασκευαστικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, είχαν κατατεθεί 2.000 ενστάσεις, οι οποίες συλλήβδην απορρίφθηκαν από το προεδρείο της, που αποτελείτο κυρίως από βουλευτές των παρατάξεων του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και του Μπετσαλέλ Σμότριτς. Όμως, ήδη βουλευτές της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης δήλωσαν πως έχουν ετοιμάσει τις προσφυγές τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Από την άλλη, πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως ο νόμος εξυπηρετεί πολιτικά και κομματικά τον Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, ενόψει των φετινών βουλευτικών εκλογών. Συγκεκριμένα, ο Μπεν Γκβιρ προβάλει την χθεσινή υπερψήφιση του νόμου ως προσωπικό του επίτευγμα. Εάν όμως το Ανώτατο Δικαστήριο τον ακυρώσει, τότε υπολογίζει να συσπειρώσει γύρω του τις ακροδεξιές εθνοθρησκευτικές ψήφους, εμφανίζοντας τον εαυτό του και το κόμμα του ως θύματα «των συστημικών αριστερών ελίτ», ενώ την ίδια στιγμή, εν καιρώ πολέμου, οι συντηρητικές εθνοθρησκευτικές τάσεις της τοπικής κοινής γνώμης δείχνουν να αυξάνουν.
Πηγή: Deutsche Welle













