
Ο πιο προβεβλημένος γιος του εκλιπόντος ηγέτη της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ Καντάφι, σκοτώθηκε, σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στην οικογένεια, τον δικηγόρο του Χάλεντ ελ-Ζάιντι και λιβυκά μέσα ενημέρωσης.
Πηγή στο Al Arabiya ανέφερε ότι τέσσερις ένοπλοι πυροβόλησαν τον Σαΐφ αλ-Ισλάμ στον κήπο του και στη συνέχεια διέφυγαν από το σημείο.
Η ίδια πηγή πρόσθεσε ότι δεν ήταν άμεσα σαφές ποιοι βρίσκονται πίσω από τη δολοφονία.
Τον θάνατό του μετέδωσε επίσης το κρατικό λιβυκό πρακτορείο ειδήσεων LANA, επικαλούμενο τον σύμβουλό του, Αμπντάλα Οθμάν.
Αν και ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ είναι ιδιαίτερα γνωστός στη Λιβύη, κυρίως λόγω του κεντρικού ρόλου που έπαιξε στη χάραξη της πολιτικής πριν από το 2011, η δημόσια παρουσία του είχε υποχωρήσει αισθητά τα τελευταία χρόνια.
Παρότι δεν κατείχε επίσημο αξίωμα, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ Καντάφι θεωρούνταν κάποτε η ισχυρότερη προσωπικότητα μετά τον αυταρχικό πατέρα του, Μουαμάρ Καντάφι, ο οποίος κυβέρνησε για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
Ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ διαμόρφωνε πολιτικές και αναλάμβανε τη διαμεσολάβηση σε ευαίσθητες, υψηλού επιπέδου διπλωματικές αποστολές. Ηγήθηκε των συνομιλιών για την εγκατάλειψη των όπλων μαζικής καταστροφής από τη Λιβύη και διαπραγματεύτηκε το ζήτημα των αποζημιώσεων για τις οικογένειες των θυμάτων της βομβιστικής επίθεσης στην πτήση Pan Am 103 πάνω από το Λόκερμπι της Σκωτίας το 1988.
Αποφασισμένος να απαλλάξει τη Λιβύη από το καθεστώς διεθνούς απομόνωσης, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ προσέγγισε τη Δύση και προέβαλε τον εαυτό του ως μεταρρυθμιστή, ζητώντας σύνταγμα και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σπούδασε στο London School of Economics, μιλούσε άπταιστα αγγλικά και θεωρούνταν από πολλές κυβερνήσεις το αποδεκτό, «δυτικόφιλο» πρόσωπο της Λιβύης.
Όταν όμως ξέσπασε η εξέγερση κατά της μακρόχρονης εξουσίας του Καντάφι το 2011, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ επέλεξε αμέσως την οικογενειακή και φυλετική πίστη, εγκαταλείποντας τις διεθνείς του σχέσεις, και εξελίχθηκε σε έναν από τους αρχιτέκτονες της βίαιης καταστολής των ανταρτών, τους οποίους αποκάλεσε «αρουραίους».
Μιλώντας τότε στο Reuters, δήλωνε: «Πολεμάμε εδώ στη Λιβύη, πεθαίνουμε εδώ στη Λιβύη». Προειδοποίησε ότι «ποτάμια αίματος» θα χύνονταν και ότι η κυβέρνηση θα πολεμούσε μέχρι τον τελευταίο άνδρα, γυναίκα και σφαίρα.
«Όλη η Λιβύη θα καταστραφεί. Θα χρειαστούμε 40 χρόνια για να συμφωνήσουμε πώς θα διοικήσουμε τη χώρα, γιατί σήμερα όλοι θα θέλουν να είναι πρόεδροι ή εμίρηδες», είπε, κουνώντας το δάχτυλο προς την κάμερα σε τηλεοπτικό διάγγελμα.
«Μένω εδώ»
Αφού οι αντάρτες κατέλαβαν την Τρίπολη, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ προσπάθησε να διαφύγει στον γειτονικό Νίγηρα μεταμφιεσμένος σε Βεδουίνο. Η πολιτοφυλακή Ταξιαρχία Αμπού Μπακρ αλ-Σαντίκ τον συνέλαβε σε έρημο δρόμο και τον μετέφερε αεροπορικώς στη δυτική πόλη Ζιντάν, περίπου έναν μήνα αφότου ο πατέρας του εντοπίστηκε και εκτελέστηκε συνοπτικά από αντάρτες.
«Μένω εδώ. Θα αδειάσουν τα όπλα τους πάνω μου τη στιγμή που θα βγω έξω», είπε, σύμφωνα με ηχητική καταγραφή, καθώς εκατοντάδες άνδρες είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το παλιό μεταγωγικό αεροσκάφος της λιβυκής πολεμικής αεροπορίας.
Τον Σαΐφ αλ-Ισλάμ πρόδωσε στους αντάρτες ένας Λίβυος νομάδας.
Πέρασε τα επόμενα έξι χρόνια κρατούμενος στη Ζιντάν, πολύ μακριά από τη χλιδάτη ζωή που ζούσε επί Καντάφι, όταν είχε εξημερωμένες τίγρεις, κυνηγούσε με γεράκια και συναναστρεφόταν τη βρετανική υψηλή κοινωνία στα ταξίδια του στο Λονδίνο.
Η Human Rights Watch τον επισκέφθηκε στη Ζιντάν. Η Χανάν Σαλάχ, διευθύντρια της οργάνωσης για τη Λιβύη, δήλωσε τότε στο Reuters ότι δεν κατήγγειλε κακομεταχείριση. «Εκφράσαμε, ωστόσο, ανησυχίες για το γεγονός ότι κρατούνταν σε απομόνωση για το μεγαλύτερο μέρος -αν όχι για όλο- το διάστημα της κράτησής του», είπε. Ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ είχε χάσει ένα δόντι και ανέφερε ότι ήταν αποκομμένος από τον έξω κόσμο και δεν δεχόταν επισκέπτες, αν και είχε πρόσβαση σε τηλεόραση με δορυφορικά κανάλια και σε ορισμένα βιβλία.
Το 2015, καταδικάστηκε σε θάνατο με εκτελεστικό απόσπασμα από δικαστήριο της Τρίπολης για εγκλήματα πολέμου. Παράλληλα, καταζητείται από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Χάγη, το οποίο έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης γεναντίον του για «δολοφονία και διώξεις».
«Πρέπει να επιστρέψεις σιγά σιγά»
Μετά την αποφυλάκισή του το 2017, βάσει νόμου αμνηστίας, έζησε για χρόνια στην παρανομία στη Ζιντάν για να αποφύγει ενδεχόμενη δολοφονία. Από το 2016 του επετράπη να επικοινωνεί με πρόσωπα εντός και εκτός Λιβύης, σύμφωνα με τον Λίβυο αναλυτή Μουσταφά Φετούρι. Δεχόταν επισκέπτες σχεδόν κάθε εβδομάδα, συζητούσε πολιτικά και για την κατάσταση της χώρας και κατά διαστήματα λάμβανε δώρα και βιβλία.
Φορώντας παραδοσιακή λιβυκή ενδυμασία και τουρμπάνι, εμφανίστηκε το 2021 στη νότια πόλη Σαμπά για να καταθέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές. Υπολόγιζε στη νοσταλγία για τη σχετική σταθερότητα πριν από την εξέγερση του 2011 που υποστηρίχθηκε από το ΝΑΤΟ και ανέτρεψε τον πατέρα του, ανοίγοντας μια μακρά περίοδο χάους και βίας.
Η υποψηφιότητά του, ωστόσο, υπήρξε αμφιλεγόμενη και απορρίφθηκε από πολλούς που είχαν υποστεί τις συνέπειες του καθεστώτος Καντάφι. Ισχυρές ένοπλες ομάδες που προέκυψαν από τις αντάρτικες φατρίες του 2011 την απέρριψαν κατηγορηματικά. Καθώς η εκλογική διαδικασία συνεχιζόταν στα τέλη του 2021 χωρίς πραγματική συμφωνία επί των κανόνων, η υποψηφιότητα του Σαΐφ αλ-Ισλάμ έγινε ένα από τα κύρια σημεία διαμάχης.
Αποκλείστηκε λόγω της καταδίκης του το 2015 και όταν επιχείρησε να ασκήσει έφεση, ένοπλοι απέκλεισαν το δικαστήριο. Οι αντιπαραθέσεις που ακολούθησαν συνέβαλαν στην κατάρρευση της εκλογικής διαδικασίας και στην επιστροφή της Λιβύης σε πολιτικό αδιέξοδο.
Σε συνέντευξή του στο The New York Times Magazine το 2021, ο Σαΐφ αλ-Ισλάμ περιέγραψε τη στρατηγική του: «Είμαι μακριά από τον λιβυκό λαό εδώ και 10 χρόνια. Πρέπει να επιστρέψεις σιγά-σιγά. Σαν στριπτίζ. Πρέπει να παίξεις λίγο με το μυαλό τους».
Πηγή: skai.gr












