
Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υποστήριξε ότι η Βενεζουέλα «έκλεψε το πετρέλαιο της Αμερικής», ωστόσο η ιστορική διαδρομή των ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών είναι πολύ πιο σύνθετη και εκτείνεται σε βάθος ενός αιώνα.
Αυτό που ο Αμερικανός πρόεδρος εννοούσε είναι πως οι δεσμοί των χωρών κλονίστηκαν το 1999 όταν η Βενεζουέλα μετατράπηκε σε σοσιαλιστικό κράτος και ο Τσάβες χάλασε τις συμφωνίες δεκαετιών, όπου Αμερικανικές και άλλες εταιρίες, διευκόλυναν με τα μέσα τους τη Βενεζουέλα να εκμεταλλεύεται τα πετρέλαιά της, προφανώς με αντάλλγμα ευνοϊκούς, ευνοϊκότατους όρους εμπορικών συναλλαγών.
Η ανακάλυψη του κοιτάσματος Los Barrosos-2
Η Βενεζουέλα αναδείχθηκε σε πετρελαϊκή υπερδύναμη το 1922, μετά την ανακάλυψη του κοιτάσματος Los Barrosos-2 στη λεκάνη του Μαρακαΐμπο, ενός από τα μεγαλύτερα και πιο παραγωγικά κοιτάσματα παγκοσμίως. Από τότε, η οικονομία της χώρας μετατράπηκε ριζικά, με το πετρέλαιο να αποτελεί τη βασική πηγή πλούτου αλλά και πολιτικής αστάθειας.
Ήδη από τη δεκαετία του 1920, δεκάδες ξένες εταιρείες, μεταξύ τους κολοσσοί όπως η Standard Oil και η Shell, κυριαρχούσαν στον πετρελαϊκό τομέα της χώρας. Το 1943, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας επέβαλε νόμο που υποχρέωνε τις ξένες εταιρείες να αποδίδουν το 50% των κερδών τους στο κράτος, μια κίνηση που θεωρήθηκε τότε σημαντική διεκδίκηση εθνικής κυριαρχίας. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ τότε δεν έδειξαν επιθετική διάθεση και στην πραγματικότητα αποδέχθηκαν τους όρους που έβαλε το κράτος της Λατινικής Αμερικής
Η στρατηγική σημασία της Βενεζουέλας για τις ΗΠΑ ήταν άλλωστε εξαιρετικά ισχυρή, λόγω των τεράστιων αποθεμάτων βαρέος, «όξινου» πετρελαίου, ιδανικού για τα αμερικανικά διυλιστήρια, αλλά και της γεωγραφικής εγγύτητας. Παρά τη δημιουργία του OPEC το 1960 και την ίδρυση της κρατικής PDVSA, η χώρα παρέμεινε για δεκαετίες ο σημαντικότερος προμηθευτής πετρελαίου των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η σταδιακή εθνικοποίηση του πετρελαϊκού τομέα κορυφώθηκε το 1999 με την άνοδο του Ούγκο Τσάβες, ο οποίος μετέτρεψε τη Βενεζουέλα σε σοσιαλιστικό κράτος, απομάκρυνε ξένες εταιρείες και χρησιμοποίησε τα έσοδα της PDVSA για τη χρηματοδότηση του κράτους και του στρατού. Η φυγή εξειδικευμένου προσωπικού και η εγκατάλειψη των υποδομών οδήγησαν σε μακροχρόνια παρακμή της παραγωγής.
Μετά τον θάνατο του Τσάβες, ο Νικολάς Μαδούρο ανέλαβε την εξουσία το 2013, σε μια περίοδο πτώσης των διεθνών τιμών πετρελαίου. Η οικονομία κατέρρευσε, ενώ οι αμερικανικές και διεθνείς κυρώσεις επιδείνωσαν την κατάσταση, περιορίζοντας δραστικά τις εξαγωγές πετρελαίου. Η ζημιά είχε ήδη, γίνει, όμως και οι ΗΠΑ χρυσοπλήρωναν για πετρέλεαιο, ενώ υπήρχε ένα κοίτασμα τόσο κοντά στα νότια σύνορά της.
Σήμερα, η Βενεζουέλα παράγει λίγο πάνω από 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως λιγότερο από το ένα τρίτο της παραγωγής της εποχής πριν από τον Τσάβες. Οι δηλώσεις Τραμπ περί «κλοπής αμερικανικού πετρελαίου» εντάσσονται στο πλαίσιο μιας πολιτικής ρητορικής, καθώς ιστορικά οι σχέσεις ΗΠΑ–Βενεζουέλας χαρακτηρίζονταν από συνεργασία, συγκρούσεις συμφερόντων και σταδιακή μετατόπιση του ελέγχου από τις αμερικανικές εταιρείες στο κράτος της Βενεζουέλας.
Η ενδεχόμενη επιστροφή αμερικανικών εταιρειών στον πετρελαϊκό τομέα της χώρας, όπως έχει αφήσει να εννοηθεί ο Τραμπ, θεωρείται εξαιρετικά δαπανηρή και πολιτικά αβέβαιη, με αναλυτές να προειδοποιούν ότι θα απαιτούσε μακροχρόνια στρατιωτική και οικονομική εμπλοκή των ΗΠΑ.
Πηγή: skai.gr













