Του Στέφανου Νικολαΐδη
Μέσα σε λίγες μόλις ημέρες, ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ κατάφερε να στείλει δύο εκ διαμέτρου αντίθετα μηνύματα.
Από τη μία άφησε να εννοηθεί ότι η Τουρκία βρίσκεται «κοντά» στην άρση του βασικού εμποδίου για την επιστροφή της στο πρόγραμμα των F-35, από την άλλη υπενθύμισε με έμφαση ότι, βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας, η Άγκυρα δεν μπορεί ούτε να λειτουργεί ούτε καν να κατέχει τους ρωσικούς S-400.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σκόπιμα θολό τοπίο, που περισσότερο εξυπηρετεί τη διαχείριση ισορροπιών παρά προαναγγέλλει άμεσες εξελίξεις.
Στις 5 Δεκεμβρίου, ο Αμερικανός πρέσβης δήλωνε ότι η Τουρκία έχει σημειώσει «ουσιαστική πρόοδο» στην αντιμετώπιση των ζητημάτων επιχειρησιακής συμβατότητας που συνδέονται με τους S-400, εκτιμώντας μάλιστα – σύμφωνα με το Bloomberg – ότι το θέμα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσα στους επόμενους τέσσερις έως έξι μήνες.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, επανήλθε με πιο σκληρή διατύπωση: για να επιστρέψει η Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35 δεν αρκεί η μη χρήση των S-400, αλλά απαιτείται να μην τους κατέχει καν. Μια διατύπωση που ουσιαστικά μηδενίζει τα περιθώρια εύκολης διπλωματικής «φόρμουλας».
Αυτή η διπλή γραμμή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την προσπάθεια του Τομ Μπάρακ να κρατήσει ανοικτό τον δίαυλο με την Άγκυρα, χωρίς όμως να προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Πραγματικό εμπόδιο ή βολικό άλλοθι οι S-400;
Επισήμως, οι ΗΠΑ επιμένουν ότι οι S-400 συνιστούν απειλή για τα F-35 και για τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία απορρίπτει το επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι το ρωσικό σύστημα δεν θα ενσωματωθεί σε νατοϊκά δίκτυα.
Όπως αναφέρουν γνώστες του θέματος, όμως, στην πραγματικότητα οι S-400 έχουν μετατραπεί σε ένα πολυεργαλείο πολιτικής πίεσης. Αποτελούν το εύκολο «τεχνικό» επιχείρημα, πίσω από το οποίο κρύβονται πολύ βαθύτερες γεωπολιτικές ενστάσεις: ο αναθεωρητικός ρόλος της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, η στρατηγική της σχέση με τη Ρωσία, αλλά και –κυρίως– η κάθετη αντίθεση του Ισραήλ στο ενδεχόμενο να αποκτήσει η Άγκυρα μαχητικά 5ης γενιάς.
Ισραηλινοί κύκλοι θεωρούν ότι μια Τουρκία με F-35 θα ανέτρεπε κρίσιμες ισορροπίες ασφαλείας στην περιοχή, γεγονός που μεταφράζεται σε ισχυρή πίεση προς το αμερικανικό Κογκρέσο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι S-400 λειτουργούν περισσότερο ως πρόσχημα παρά ως η μοναδική αιτία του αδιεξόδου, ενώ η επιρροή του Ισραήλ – μαζί με ελληνικές και αρμενικές ομάδες στο Κογκρέσο – συνιστά ένα από τα πιο δύσκολα εμπόδια για την Άγκυρα.
Τα 5 σενάρια και η τουρκική απάντηση
Στον δημόσιο διάλογο επανέρχονται 5 πιθανά σενάρια για το μέλλον των S-400:
- μεταφορά τους εκτός Τουρκίας
- αποσυναρμολόγηση και αποθήκευση με αμερικανικό έλεγχο
- καταστροφή
- πώληση σε τρίτη χώρα
- επιστροφή στη Ρωσία
Κανένα από αυτά, ωστόσο, δεν είναι πολιτικά ανώδυνο. Κάθε επιλογή ανοίγει νέα μέτωπα είτε με τη Μόσχα είτε με το εσωτερικό ακροατήριο της Τουρκίας είτε με το ίδιο το ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και, παρά τις διαρροές, η Άγκυρα αποφεύγει οποιαδήποτε δημόσια δέσμευση.
Η ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας που ακολούθησε τις δηλώσεις Μπάρακ ήταν απολύτως αναμενόμενη. Κάθε άλλη στάση πέραν της διάψευσης περί «παγώματος» ή απόσυρσης των S-400 θα δημιουργούσε άμεσο πρόβλημα στις σχέσεις Άγκυρας–Μόσχας.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, με τη φράση ότι «οι προσπάθειές μας για την ενίσχυση της αεράμυνας συνεχίζονται κανονικά», η Τουρκία επιχειρεί για ακόμη μία φορά να παίξει τον ρόλο του επιτήδειου ουδέτερου: διαβεβαιώνει τη Ρωσία ότι δεν υπαναχωρεί, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτό το παράθυρο διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ για τα F-35. Πρόκειται για μια γνώριμη τακτική ισορροπιών, που όμως δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο την ανοχή της Ουάσιγκτον.
Η πολιτική πραγματικότητα πίσω από τις δηλώσεις
Παρά τη δημόσια ρητορική, στην Άγκυρα γνωρίζουν καλά ότι η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 αποτελεί στρατηγικό στόχο ύψιστης σημασίας. Πηγές με γνώση των διεργασιών εκτιμούν ότι η Τουρκία είναι διατεθειμένη να κάνει όσες «κωλοτούμπες» χρειαστούν, εφόσον υπάρξει μια φόρμουλα διευθέτησης για τους S-400.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε πρόσφατα στο Reuters πως πιστεύει ότι Τουρκία και ΗΠΑ θα βρουν τρόπο να άρουν τις κυρώσεις CAATSA «πολύ σύντομα». Πρόκειται για μήνυμα προς την Ουάσιγκτον, αλλά και προς το εσωτερικό, ότι ο δρόμος δεν έχει κλείσει.
Ο Τομ Μπάρακ δεν μπερδεύει τυχαία τα μηνύματα.
Κερδίζει χρόνο, κρατά ανοιχτές τις συνομιλίες και αποφεύγει να δεσμεύσει πολιτικά την Ουάσιγκτον. Η Τουρκία, από την πλευρά της, παίζει το χαρτί της αναμονής, ελπίζοντας ότι οι συσχετισμοί θα αλλάξουν.
Τα F-35 παραμένουν στόχος, όχι δεδομένο. Και οι S-400 εξακολουθούν να είναι το σύμβολο μιας βαθύτερης δυσπιστίας που καμία δήλωση, όσο προσεκτικά διατυπωμένη κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της.
Πηγή: skai.gr

















