
Του ανταποκριτή μας στο Λονδίνο, Ιωάννη Χανιωτάκη
Η βρετανική κυβέρνηση προχώρησε την Τρίτη, 20/1, στην έγκριση των σχεδίων του Πεκίνου για την κατασκευή μιας «υπερ-πρεσβείας» στο Λονδίνο, στον παλαιό χώρο του βασιλικού νομισματοκοπείου.
Η απόφαση, η οποία ανακοινώθηκε από τον υπουργό στέγασης Στιβ Ριντ, αναμένεται να προκαλέσει διπλωματική ένταση με τις ΗΠΑ, καθώς η πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει σοβαρές ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια, χαρακτηρίζοντας το έργο εν δυνάμει «κέντρο κατασκοπείας».
Η έγκριση της πρεσβείας έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική στιγμή, ρισκάροντας να εξοργίσει περαιτέρω τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ άσκησε ήδη δριμεία κριτική στον Βρετανό πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ, για τη συμφωνία παραχώρησης των Νήσων Τσάγκος, χαρακτηρίζοντάς την μέσω της πλατφόρμας Truth Social ως πράξη «μεγάλης ηλιθιότητας».
Πηγές του Λευκού Οίκου είχαν διαμηνύσει προηγουμένως ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι «βαθύτατα ανήσυχη» για τα σχέδια της πρεσβείας. Σε συναντήσεις με Βρετανούς υπουργούς, Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφρασαν φόβους για την ασφάλεια ευαίσθητων καλωδίων τηλεπικοινωνιών που βρίσκονται δίπλα στο εργοτάξιο. Μάλιστα, ανώτερο στέλεχος του συμβουλίου εθνικής ασφαλείας του Τραμπ συναντήθηκε τον Αύγουστο του 2024 με αξιωματούχους του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών, ζητώντας εξηγήσεις για τα σχέδια και τις αναφορές περί «μυστικών δωματίων».
Οι επικριτές του έργου υποστηρίζουν ότι η πρεσβεία, η οποία θα είναι η μεγαλύτερη διπλωματική εγκατάσταση της Κίνας στην Ευρώπη, θα μετατραπεί σε κόμβο κατασκοπείας στην καρδιά της βρετανικής πρωτεύουσας.
Στοιχεία που δημοσίευσε η εφημερίδα Telegraph έφεραν στο φως σχέδια, τα οποία έδειχναν την πρόθεση της Κίνας να κατασκευάσει κρυφό δωμάτιο στο υπόγειο της πρεσβείας και την ύπαρξη 208 δωματίων στο υπόγειο συγκρότημα, για τα οποία δεν δόθηκαν σαφείς εξηγήσεις χρήσης. Ανησυχία προκαλεί και η εγγύτητα με καλώδια οπτικών ινών που μεταφέρουν ευαίσθητα οικονομικά δεδομένα από το Σίτι του Λονδίνου.
Η αίτηση για την πρεσβεία υποβλήθηκε αρχικά το 2018 και αντιμετώπισε πολλές καθυστερήσεις. Αφού απορρίφθηκε αρχικά από το τοπικό συμβούλιο του Tower Hamlets, ο Κιρ Στάρμερ ανέλαβε την υπόθεση σε κεντρικό κυβερνητικό επίπεδο το 2024, κατόπιν αιτήματος του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ. Η βρετανική κυβέρνηση φέρεται να λειτούργησε υπό την απειλή αντιποίνων, καθώς το Πεκίνο είχε διαμηνύσει ότι θα μπλόκαρε την ανακαίνιση της βρετανικής πρεσβείας στην Κίνα εάν απορριπτόταν το δικό τους αίτημα στο Λονδίνο.
Η αντιπολίτευση αντιδρά έντονα. Ο Τζέιμς Κλέβερλι, σκιώδης υπουργός στέγασης, χαρακτήρισε την απόφαση «επονείδιστη πράξη δειλίας», κατηγορώντας τον Στάρμερ ότι θυσιάζει την ασφάλεια της χώρας για την έγκριση του Πεκίνου. Η Πρίτι Πατέλ, σκιώδης υπουργός εξωτερικών, δήλωσε ότι ο Στάρμερ παρέδωσε στον Σι «ένα κολοσσιαίο κέντρο κατασκοπείας» και πούλησε την εθνική ασφάλεια.
Η Βαρόνη Κένεντι, συμπρόεδρος της διακοινοβουλευτικής συμμαχίας για την Κίνα, τόνισε ότι είναι επικίνδυνο να γίνονται τέτοιες παραχωρήσεις χωρίς αμοιβαιότητα, ειδικά όσο Βρετανοί πολίτες, όπως ο Τζίμι Λάι, παραμένουν φυλακισμένοι.
Στο έγγραφο 240 σελίδων που δημοσιεύθηκε, το υπουργείο στέγασης σημειώνει ότι ο Στιβ Ριντ δεν έλαβε υπόψη «ηθικούς ή πολιτισμικούς προβληματισμούς» αλλά εστίασε σε θέματα εθνικής ασφάλειας. Το κείμενο αναφέρει ότι, εφόσον οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφαλείας δεν υπέβαλαν επίσημη ένσταση για τα καλώδια, το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί λόγο απόρριψης. Επιπλέον, η κυβέρνηση διευκρίνισε ότι τυχόν παράνομες δραστηριότητες θα αντιμετωπιστούν βάσει της σύμβασης της Βιέννης και όχι μέσω της πολεοδομικής διαδικασίας.
Η απόφαση θεωρείται τελεσίδικη, εκτός εάν προσβληθεί επιτυχώς στα δικαστήρια. Ομάδες κατοίκων και ακτιβιστών, εκπροσωπούμενες από τον κορυφαίο δικηγόρο Λόρδο Μπάνερ, ετοιμάζονται ήδη για δικαστική προσφυγή, δηλώνοντας αποφασισμένοι να φτάσουν μέχρι το ανώτατο δικαστήριο, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
Πηγή: skai.gr













