
Δικαιολογούνται οι αυστηροί συνοριακοί έλεγχοι και οι απελάσεις εξπρές; Ποια είναι η εικόνα στο Κέντρο Επιστροφών Δουβλίνου; Συντελούνται pushback στα γερμανικά σύνορα; Έρευνα DW.Δεν είναι λίγα αυτά που έχουν αλλάξει στη Γερμανία τον τελευταίο εξάμηνο στο πεδίο του μεταναστευτικού, από τότε που ανέλαβε η νέα κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς και ο νέος υπ. Μετανάστευσης Αλεξάντερ Ντόμπριντ.
Αυστηροί συνοριακοί έλεγχοι σε όλη τη γερμανική επικράτεια, επιτάχυνση των απελάσεων, επιστροφές αιτούντων άσυλο στα σύνορα, πίεση για αντιμετώπιση της δευτερογενούς μετανάστευσης με επιστροφές στις χώρες πρώτης εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της διαδικασίας Δουβλίνου. Μια από τις βασικές πύλες εισόδου είναι και η Ελλάδα, ενώ οι κρούσεις προς την ελληνική πλευρά, τουλάχιστον σύμφωνα με γερμανικές πηγές, όλο το παραπάνω διάστημα, ήταν έντονες.
Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το 2015, όταν η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ είπε το περίφημο «Θα τα καταφέρουμε», ανοίγοντας τα γερμανικά σύνορα σε πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες από τη Συρία. Έκτοτε η στάση της Γερμανίας έχει αλλάξει άρδην, μολονότι στην εξουσία βρίσκεται πάλι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Στην εποχή Μερτς το «εθνικό μότο» είναι ότι η Γερμανία «οφείλει να προστατεύσει τα σύνορά της» -παρά το γεγονός ότι η αρχική προσπάθεια για επίκληση «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» στα γερμανικά σύνορα έχει εγκαταλειφθεί.
Είναι τα γερμανικά σύνορα όμως σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης; «Σε καμία περίπτωση», αναφέρει στο ελληνικό πρόγραμμα της DW ο Όλαφ Γιάνσεν, διευθυντής του «Kέντρου Yποδοχής Προσφύγων» αλλά και του νεοσύστατου «Κέντρου Επιστροφών Δουβλίνου» στο Αϊζενχιούτενσταντ στα γερμανοπολωνικά σύνορα.
«Δεν είναι συγκρίσιμη η κατάσταση στα σύνορά μας με την Πολωνία με την κατάσταση πχ. στην Ελλάδα», αναφέρει ο Γιάνσεν στην DW. Oύτε, όπως λέει, «οι αφίξεις νέων προσφύγων δε συγκρίνονται με τις αφίξεις του 2021-2022.» Ενδεικτικό στοιχείο της κατάστασης αποτελεί η χωρητικότητα του κέντρου υποδοχής Αϊζενχιούτενσταντ: Σχεδιάστηκε για 1.900 άτομα και σήμερα στεγάζει περίπου μόνο 800.
Μείωση στο μισό στις αιτήσεις ασύλου
Παρόμοια είναι η κατάσταση και σε άλλα κέντρα υποδοχής στη Γερμανία, σύμφωνα με την ανθρωπιστική οργάνωση Pro Asyl, που εστιάζει σε θέματα ασύλου. «Στο Αϊζενχιούτενσταντ και αλλού, ούτε η μισή χωρητικότητα δεν έχει συμπληρωθεί αυτή τη στιγμή», αναφέρει στην DW o Τάρεκ Αλάος, εκπρόσωπος της Pro Asyl. «Σε περιόδους πολλών αιτημάτων ασύλου, οι άνθρωποι μένουν στα κέντρα υποδοχής για μία έως δύο εβδομάδες. Τώρα οι άνθρωποι μένουν εκεί για μήνες», εξηγεί ο Αλάος.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Προσφύγων (BamF). Ο αριθμός των αιτούντων άσυλο στη Γερμανία μειώθηκε σημαντικά από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους. 61.336 άτομα υπέβαλαν αίτηση ασύλου στη Γερμανία για πρώτη φορά κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους. 11.482 άτομα υπέβαλαν συμπληρωματικές αιτήσεις. «Αυτό ήταν 44,9% λιγότερο σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2024, με 132.201 αιτήσεις ασύλου», δήλωσε εκπρόσωπος του Ομοσπονδιακού υπουργείου Εσωτερικών.
Παρά τους μειωμένους αριθμούς, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων επιμένει πως πρόκειται να καταστήσει δυνατές τις επιστροφές προσφύγων προς την Ελλάδα μέσω του κανονισμού του Δουβλίνου μετά από μια πενταετία κατά την οποία αυτό δεν ήταν δυνατό εξαιτίας των «απάνθρωπων συνθηκών» στα κέντρα υποδοχής στα ελληνικά νησιά, όπως είχαν κρίνει γερμανικά δικαστήρια το 2018.
Πλέον υπάρχει νομολογιακό προηγούμενο από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Λειψίας που ανατρέπει την προηγούμενη γερμανική πρακτική, ανοίγοντας το δρόμο για επιστροφές αναγνωρισμένων προσφύγων στην Ελλάδα.
Τρεις επιστροφές Δουβλίνου
Για τις «επιστροφές Δουβλίνου» όμως λείπει, πέρα από τη συγκατάθεση των χωρών πρώτης εισόδου και ένας επιπλέον κρίσιμος παράγοντας… οι ίδιοι οι πρόσφυγες. «Πρέπει να ομολογήσουμε ότι το κέντρο Δουβλίνου έχει καταστεί κάπως ξεπερασμένο πλέον, επειδή η νέα ομοσπονδιακή κυβέρνηση εφαρμόζει ένα πολύ πιο εντατικό καθεστώς ελέγχων και επιστροφών στα σύνορα», εξηγεί ο Όλαφ Γιάνσεν.
«Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο ελέγχουν, αλλά διώχνουν επίσης πολύ περισσότερους ανθρώπους. Ως αποτέλεσμα, δεν βλέπουμε σχεδόν καθόλου νέες αφίξεις.» Το «Κέντρο Επιστροφών Δουβλίνου» στο κρατίδιο του Βρανδεμβούργου, κοντά στο Βερολίνο, είχε αρχικά σχεδιαστεί για περίπου 150 άτομα. «Το 2023, θα ήταν γεμάτο», λέει ο Γιάνσεν στη DW. «Αλλά δεν είναι».
Βέβαια αξίζει να σημειωθεί ότι οι αφίξεις είχαν μειωθεί ήδη πριν από τους αυστηρούς συνοριακούς ελέγχους της κυβέρνησης Μερτς. Πριν ληφθούν τα μέτρα της νέας γερμανικής κυβέρνησης, ήδη κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2025 το επίπεδο των αφίξεων είχε μειωθεί κατά 40% σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2024, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ της DW.
Από την έναρξη της λειτουργίας του «Kέντρου Eπιστροφών Δουβλίνου» τον Μάρτιο του 2025 έχουν ολοκληρωθεί μόνο τρεις επιστροφές στο σύνολο. Και οι τρεις στην γειτονική Πολωνία, αναφέρει ο επικεφαλής του κέντρου. Την ημέρα του ρεπορτάζ της DW στα τέλη Ιουνίου του 2025, ο Γιάνσεν μάλιστα δήλωνε χαρακτηριστικά: «Τη στιγμή αυτή υπάρχουν μόνο γύρω στα 20 άτομα στο κέντρο που περιμένουν την επιστροφή τους στη χώρα πρώτης εισόδου. Πολλοί από αυτούς όμως έχουν εξαφανιστεί».
«Εξαφανισμένοι» πρόσφυγες
Ένας από τους «εξαφανισμένους» πρόσφυγες είναι και ο Κενυάτης Ελκανά, που εισήλθε στην ΕΕ μέσω Ολλανδίας και πλέον κοιμάται σε ένα πάρκο έξω από το κέντρο φοβούμενος την απέλαση. «Η αστυνομία έρχεται στο Κέντρο Δουβλίνου στις 11 το βράδυ ή στις 4 το πρωί, οπότε για να αποφύγουμε την απέλαση αποφασίσαμε να κοιμόμαστε έξω από το κέντρο», εξηγεί στη DW.
Στην Κένυα παρακρατικές ένοπλες ομάδες του αμφιλεγόμενου προέδρου Ουίλιαμ Ρούτο απείλησαν τον Ελκανά ότι θα τον απαγάγουν και θα τον σκοτώσουν. «Μετά τη δολοφονία δυο φίλων μου αποφάσισα να εγκαταλείψω τη χώρα μου. Αν έμενα θα κατέληγα νεκρός σε ένα ρέμα όπως οι φίλοι μου». Χωρίς άσυλο και μόνο με μια προσωρινή βίζα πέταξε για την Ολλανδία. «Από εκεί πήρα το τρένο και έφτασα στο Ανόβερο». Από το Ανόβερο βρέθηκε στο Αϊζενχιούτενσταντ, αναμένοντας την απέλασή του στην Ολλανδία. «Αν περάσουν έξι μήνες χωρίς να απελαθώ, ίσως μου ξαναδοθεί η ευκαιρία να υποβάλλω αίτηση ασύλου στη Γερμανία», λέει ο Ελκανά.
«Γραφειοκρατική ανοησία», χαρακτηρίζει την επανεξέταση αιτήματος ασύλου, όπως στην περίπτωση του Ελκανά, ο Όλαφ Γιάνσεν. «Αν ένα άτομο, παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι δεν έχει δικαίωμα ασύλου αποφασίσει να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ασύλου, αυτό είναι υπερβολή», κρίνει ο διευθυντής του κέντρου υποδοχής προσφύγων. «Και το κράτος οφείλει να αμυνθεί απέναντι σε τέτοιες πρακτικές».
«Παράνομες» οι επαναπροωθήσεις στα σύνορα
Ως μέσο για να «αμυνθεί» η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επέλεξε τις επαναπροωθήσεις προσφύγων στα σύνορα της Γερμανίας.Η κυβέρνηση Μερτς είχε ανακοινώσει τον Μάιο ότι επιδιώκει τη σκληρή καταστολή της παράτυπης μετανάστευσης, παγώνοντας αιτήσεις και απορρίπτοντας αιτήματα ασύλου στα σύνορα. Σύμφωνα με εκπρόσωπο του ομοσπονδιακού υπουργείου Εσωτερικών, μεταξύ 8 Μαΐου και 29 Ιουνίου, καταγράφηκαν 5.960 επαναπροωθήσεις. Σε 330 περιπτώσεις είχε επίσης ζητηθεί άσυλο.
Η εντολή του υπουργού Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ περί απόρριψης αιτημάτων ασύλου με διαδικασίες εξπρές στα σύνορα προκάλεσε κύμα αντιδράσεων. Το Διοικητικό Δικαστήριο του Βερολίνου έκρινε τον Ιούνιο ότι η επαναπροώθηση αιτούντων άσυλο στα γερμανικά σύνορα αντίκειται στον νόμο, επιφέροντας σημαντικό πλήγμα στη μεταναστευτική πολιτική του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς – μολονότι τόσο ο υπ. Εσωτερικών όσο και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της δικαστικής απόφασης, λέγοντας ότι πρόκειται για μεμονωμένη υπόθεση.
Το δικαστήριο αποφάνθηκε συγκεκριμένα στην υπόθεση τριών Σομαλών που επαναπροωθήθηκαν στα σύνορα με την Πολωνία ότι η κυβέρνηση Μερτς παραβίασε τους νόμους περί ασύλου. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι νεοαφιχθέντες δεν μπορούν να απομακρύνονται χωρίς να εξεταστεί πρώτα αίτημα ασύλου. Ωστόσο, ο υπουργός Εσωτερικών Ντόμπριντ επιμένει ότι η πρακτική αυτή θα συνεχιστεί.
«Ναι, είναι pushback»
Αποτελούν όμως pushback οι επαναπροωθήσεις προσφύγων στα γερμανικά σύνορα; Το ερώτημα σύμφωνα με τον Όλαφ Γιάνσεν είναι κατά πόσο οι πρόσφυγες και μετανάστες έχουν περάσει τα σύνορα.
«Οι γερμανικές αρχές επινόησαν το τέχνασμα της μη ολοκληρωμένης εισόδου στη χώρα, άρα επιχειρηματολογούν ότι μπορούν να απωθήσουν τους παράτυπους μετανάστες όσο δεν ολοκλήρωσαν την είσοδό τους στη Γερμανία», εξηγεί στη DW. «Αλλά από τη στιγμή που βρίσκονται εδώ, ναι, είναι pushback.»
Και ο Τάρεκ Αλάος από την οργάνωση «Pro Asyl» κρίνει πως «οι επαναπροωθήσεις χωρίς δίκαιη διαδικασία ασύλου, είτε στην Ελλάδα, είτε στα γερμανικά σύνορα, είτε στα αυστριακά σύνορα, είναι σαφώς παράνομες, παράτυπες και μπορούν να χαρακτηριστούν ως pushback». Με τη μόνη διαφορά ότι μέχρι στιγμής στη Γερμανία δεν έχει παρατηρηθεί άσκηση βίας.
«Η γερμανική κυβέρνηση είναι παγκόσμιος πρωταθλητής στο να δείχνει με το δάχτυλο τους άλλους και να λέει, «Ε, η Ελλάδα κάνει pushback και αυτό δεν είναι συμβατό με τα ανθρώπινα δικαιώματα», εξηγεί ο Αλάος. «Αλλά όταν το κάνει η ίδια, δεν τρέχει τίποτα».
Πηγή: Deutsche Welle