
Από τη Βενεζουέλα έως την Ουκρανία, η κυβέρνηση Τραμπ επαναχαράσσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική, σηματοδοτώντας μια σαφή στροφή προς έναν ωμό, παρεμβατικό ηγεμονισμό, στον οποίο η στρατιωτική ισχύς, ο έλεγχος ενεργειακών και κρίσιμων ορυκτών πόρων και οι σφαίρες επιρροής επανέρχονται στο επίκεντρο της παγκόσμιας τάξης.
Το λεγόμενο «Δόγμα Τραμπ» δεν αποτελεί ένα επίσημο δόγμα εξωτερικής πολιτικής, αλλά ένα σύνολο αρχών, πρακτικών και ρητορικής που διαμορφώθηκαν κατά τις δύο θητείες του Ντόναλντ Τραμπ και αποτυπώνουν μια σαφή στροφή της αμερικανικής στρατηγικής.
Στην πρώτη του θητεία, ο Τραμπ επανέφερε το σύνθημα «America First», προτάσσοντας την εθνική κυριαρχία, την οικονομική αυτάρκεια και τη μείωση της αμερικανικής εμπλοκής σε διεθνείς συγκρούσεις. Τότε ο Αμερικανός πρόεδρος είχε παρουσιάσει τη συγκεκριμένη προσέγγιση ως αντίβαρο στον διεθνισμό και στις «ατελείωτες πολεμικές δεσμεύσεις» των ΗΠΑ στο εξωτερικό.
Ωστόσο, κατά τη δεύτερη θητεία του, το δόγμα αυτό εξελίχθηκε σε μια πιο παρεμβατική και επιθετική στρατηγική, ιδιαίτερα στο δυτικό ημισφαίριο. Η κυβέρνηση Τραμπ άρχισε να επαναπροσδιορίζει ανοιχτά την αμερικανική επιρροή στην περιοχή, επικαλούμενη ιστορικά το Δόγμα Μονρόε του 1823, το οποίο είχε διατυπώσει ο τότε πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε για να αποτρέψει ευρωπαϊκές παρεμβάσεις στην αμερικανική ήπειρο.
Ο ίδιος ο Τραμπ μίλησε για μια «επικαιροποιημένη» εκδοχή του, εισάγοντας όρους όπως «Trump Corollary», υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν άμεσα όταν θεωρούν ότι απειλούνται τα συμφέροντα και η ασφάλειά τους στο ημισφαίριο.
Στην πράξη, το Δόγμα Τραμπ συνδυάζει:
- Στρατιωτική ισχύ και ετοιμότητα χρήσης βίας
- Οικονομική πίεση και κυρώσεις
- Έλεγχο στρατηγικών πόρων, όπως το πετρέλαιο και τα κρίσιμα ορυκτά
Παράλληλα, στο ίδιο πλαίσιο της στρατηγικής Τραμπ, η ιεράρχηση των συμμαχιών γίνεται με όρους συναλλαγής για την παροχή της αμερικανικής στήριξης.
Σε αντίθεση με τον κλασικό απομονωτισμό, το Δόγμα Τραμπ δεν αποσύρει τις ΗΠΑ από τον κόσμο, αλλά επαναπροσδιορίζει τον ρόλο τους ως μονομερούς ρυθμιστή, ιδιαίτερα σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για μια πολιτική που αφήνει στο περιθώριο τη συνεργασία με πολλούς εταίρους και βασίζεται κυρίως στη δύναμη, στη διαπραγμάτευση από θέση ισχύος και στην επιβολή των αμερικανικών συμφερόντων.
Σε αυτό το πλαίσιο της στρατηγικής Τραμπ εντάσσεται και η συμφωνία που υπέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία στις 30 Απριλίου 2025 για τη δημιουργία κοινού επενδυτικού ταμείου με στόχο την ανοικοδόμηση της χώρας. Το ταμείο θα χρηματοδοτείται, εν μέρει, από μελλοντικά έσοδα που θα προκύψουν από την εκμετάλλευση φυσικών πόρων, αποτυπώνοντας τον συναλλακτικό χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ.
Η συμφωνία προβλέπει επίσης ότι κάθε μελλοντική αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, σε μορφή πυρομαχικών, οπλικών συστημάτων ή εκπαίδευσης, θα λογίζεται ως κεφαλαιακή συνεισφορά στο κοινό επενδυτικό ταμείο.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Ντόναλντ Τραμπ επανεκκίνησε τη στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία, ενώ ο Λευκός Οίκος ενέκρινε την ίδια ημέρα πωλήσεις οπλικών συστημάτων ύψους 50 εκατ. δολαρίων προς το Κίεβο.
Η αμερικανική επιχείρηση στο έδαφος της Βενεζουέλας για να συλλάβει τον Νικολάς Μαδούρο και να τον μεταφέρει στις ΗΠΑ για να δικαστεί, σηματοδοτεί μια δραματική μετατόπιση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, με επιπτώσεις πολύ πέρα από τη Βενεζουέλα.
Αυτό γιατί η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να ανατρέψει το καθεστώς Μαδούρο αποτελεί την πιο καθαρή ενσάρκωση της πρόσφατης Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας (NSS) των ΗΠΑ, η οποία έθεσε ως προτεραιότητα την άμυνα της αμερικανικής επικράτειας και του δυτικού ημισφαιρίου.
Κι ενώ η εμπειρία δείχνει ότι οι περισσότερες Στρατηγικές Εθνικής Ασφάλειας μένουν απλώς στα χαρτιά, και οι δύο στρατηγικές του Ντόναλντ Τραμπ αποτέλεσαν τον πυρήνα της εξωτερικής του πολιτικής. Η NSS του 2017 προέβλεπε τη στροφή των ΗΠΑ στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, κυρίως με την Κίνα, σηματοδοτώντας μια σημαντική μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη Μέση Ανατολή μετά από δεκαετίες εμπλοκής. Η NSS του 2025, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο, έθεσε ως προτεραιότητα τα παγκόσμια συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ και προσδιόρισε την προστασία της αμερικανικής επικράτειας και του δυτικού ημισφαιρίου ως τον κεντρικό άξονα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Κομβικής σημασίας είναι το γεγονός ότι η στρατηγική αυτή εισήγαγε και ένα «Παράρτημα Τραμπ» (Trump Corollary) στο Δόγμα Μονρόε, χαρακτηρίζοντας την «κακόβουλη δραστηριότητα δυνάμεων εκτός του ημισφαιρίου» ως σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και της πρώτης του θητείας, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε το σύνθημα «America First», προκειμένου να πλαισιώσει την ατζέντα του, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στα εσωτερικά τους ζητήματα έναντι των συγκρούσεων στο εξωτερικό.
Η στάση αυτή, ωστόσο, έχει μεταβληθεί σημαντικά κατά τη δεύτερη θητεία του, καθώς η κυβέρνησή του έχει υιοθετήσει μια σαφώς πιο παρεμβατική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική.
Ήδη πριν επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ είχε μιλήσει ανοιχτά για την επέκταση της αμερικανικής επιρροής, αναφερόμενος τόσο στη Γροιλανδία όσο και στη Διώρυγα του Παναμά, χωρίς να αποκλείει ακόμη και τη χρήση βίας. Τον Ιούνιο, διέταξε αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Την ίδια περίοδο, η κυβέρνησή του ενέτεινε την πίεση προς τη Βενεζουέλα, αυξάνοντας τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, επιβάλλοντας περιορισμούς στη διακίνηση πετρελαίου και πραγματοποιώντας επιχειρήσεις κατά σκαφών που, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, συνδέονταν με διακίνηση ναρκωτικών. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι η ανησυχία της Ουάσιγκτον για την αυξανόμενη παρουσία και επιρροή χωρών όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν σε περιοχές που οι ΗΠΑ θεωρούν κρίσιμες για την ασφάλειά τους.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Μαρ-α-Λάγκο το Σάββατο μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, ο Τραμπ παρουσίασε την επιχείρηση ως μέρος μιας αναβίωσης του Δόγματος Μονρόε, μιας πολιτικής αντίληψης που διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1823 από τον τότε πρόεδρο Τζέιμς Μονρόε, με στόχο την αποτροπή ευρωπαϊκών παρεμβάσεων στο δυτικό ημισφαίριο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι επί προεδρίας Μαδούρο η Βενεζουέλα φιλοξενούσε «ξένους αντιπάλους στην περιοχή μας» και είχε αποκτήσει «απειλητικά επιθετικά όπλα που θα μπορούσαν να απειλήσουν τα αμερικανικά συμφέροντα και ζωές».
«Όλες αυτές οι ενέργειες συνιστούσαν κατάφωρη παραβίαση των βασικών αρχών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οι οποίες ανάγονται σε περισσότερα από δύο αιώνες πριν», δήλωσε ο Τραμπ. «Πηγαίνουν πίσω μέχρι το Δόγμα Μονρόε. Και το Δόγμα Μονρόε είναι πολύ σημαντικό, αλλά το έχουμε πλέον ξεπεράσει και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Τώρα το αποκαλούν «Δόγμα Donroe».
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενίσχυσε τη Δευτέρα το μήνυμα του προέδρου με ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ, γράφοντας: «Αυτό είναι ΤΟ δικό ΜΑΣ ημισφαίριο και ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα επιτρέψει να απειληθεί η ασφάλειά μας».
Ωστόσο, αυτό που μένει να διαφανεί είναι εάν πέρα από την εφορία του ντόναλντ Τραμπ, η στρατηγική του θα αποδώσει και καρπούς. Η επίθεση στη Βενεζουέλα έχει προκαλέσει νέο κύμα αβεβαιότητας παγκοσμίως, με συμμάχους και αντιπάλους να προσπαθούν να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα μιας υπερδύναμης που εμφανίζεται έτοιμη να χρησιμοποιήσει βία στο πλαίσιο μιας συναλλακτικής εξωτερικής πολιτικής, όπου «το δίκαιο του ισχυρού» υπερισχύει.
Για τις δύο χώρες που θεωρούνται διαχρονικά οι βασικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, αυτή η αβεβαιότητα συνοδεύεται και από ευκαιρίες, σύμφωνα με αναλυτές εξωτερικής πολιτικής.
Όπως σημειώνουν, οι αντίπαλοι της Αμερικής θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την ίδια στρατηγική. «Αν εμείς έχουμε το δικαίωμα να είμαστε επιθετικοί στη δική μας “αυλή”,» αναφέρει η Φιόνα Χιλ, ειδική σε θέματα Ρωσίας στο Brookings Institution, «γιατί να μην το έχουν και εκείνοι;».
Η Χιλ είχε διατελέσει ανώτερη διευθύντρια για ευρωπαϊκές και ρωσικές υποθέσεις στον Λευκό Οίκο κατά την πρώτη θητεία Τραμπ. Την άνοιξη του 2019, κατέθεσε αργότερα στο Κογκρέσο, η Ρωσία είχε στείλει ανεπίσημα το μήνυμα ότι ήταν έτοιμη να αποστασιοποιηθεί από τον σύμμαχό της, τον Νικολάς Μαδούρο, με αντάλλαγμα την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την Ουκρανία.
«Θέλετε να φύγουμε από τη δική σας αυλή», ήταν, σύμφωνα με την ίδια, το ανεπίσημο ρωσικό μήνυμα. «Και εμείς έχουμε τη δική μας εκδοχή αυτού. Εσείς βρίσκεστε στη δική μας αυλή, στην Ουκρανία».
Η Χιλ ανέφερε ότι μετέβη τότε στη Μόσχα για να απορρίψει κατηγορηματικά αυτή την ιδέα. Η Ρωσία δεν επιβεβαίωσε ποτέ τον ισχυρισμό της, ωστόσο το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων RIA είχε μεταδώσει τον Απρίλιο του 2019 ότι οι συναντήσεις της στη Μόσχα «ανέδειξαν σοβαρές και σημαντικές διαφορές» στο ζήτημα της Βενεζουέλας.
Σήμερα, ωστόσο, η Ρωσία θα μπορούσε να έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας σε μια τέτοια γεωπολιτική «ανταλλαγή», δεδομένου ότι η ρητορική του Τραμπ «δείχνει πως όλα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής», σημειώνουν αναλυτές.
Πηγή: skai.gr













