Του Στέφανου Νικολαΐδη
Μπορεί η Ευρώπη να αντέξει ένα «2ο Κυπριακό» στα ανατολικά της σύνορα; Μια παγωμένη σύγκρουση με αμφισβητούμενα εδάφη, μόνιμη στρατιωτική ένταση και διαρκές διπλωματικό βάρος που θα δηλητηριάζει τις σχέσεις με τη Μόσχα για δεκαετίες;
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία δεν κρίνεται μόνο ο τερματισμός ενός πολέμου, αλλά το αν η ήπειρος θα αποκτήσει μια νέα ανοιχτή πληγή, αντίστοιχη με εκείνη της Κύπρου, που θα υπονομεύει κάθε έννοια ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, η πρόταση για παραχώρηση ελέγχου στο Ντονέτσκ με αντάλλαγμα 800 δισ. δολάρια ανοικοδόμησης και δυτικές εγγυήσεις ασφαλείας παρουσιάζεται ως ρεαλιστικός συμβιβασμός. Όμως πίσω από τον «ρεαλισμό» κρύβεται το κρίσιμο ερώτημα: επιδιώκει η Ρωσία μια καθαρή, οριστική διευθέτηση για να αποφύγει ένα καθεστώς διαρκούς αμφισβήτησης τύπου Κύπρου — ή επιχειρεί να επιβάλει τετελεσμένα που θα νομιμοποιήσουν τον αναθεωρητισμό; Και, κυρίως, μπορεί η Ευρώπη να συναινέσει σε μια συμφωνία που κινδυνεύει να μετατρέψει την Ουκρανία σε μόνιμη ζώνη αστάθειας μέσα στην ίδια την ήπειρο;
Απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω καίρια ερωτήματα δίνει μιλώντας στα podcast του ΣΚΑΪ και στο skai.gr ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, εξηγώντας με τρόπο απλό και κατανοητό γιατί η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την ίδια της την ιστορία.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία βρίσκεται ένα σχέδιο που θα μπορούσε να αναδιατάξει τον γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης: παραχώρηση εδαφικού ελέγχου στο Ντονμπάς και ειδικά στο Ντονέτσκ, με αντάλλαγμα ένα πακέτο ανοικοδόμησης ύψους 800 δισ. δολαρίων και αμερικανικές – με ευρωπαϊκή στήριξη – εγγυήσεις ασφαλείας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Corriere della Sera τον Ιανουάριο του 2026, οι συνομιλίες βασίζονται στα εξής έγγραφα:
- Ένα κείμενο-«ομπρέλα» που ορίζει το συνολικό πλαίσιο ειρήνης
- Ένα αναλυτικό σχέδιο ανοικοδόμησης 800 δισ. δολαρίων
- Ένα έγγραφο για δυτικές εγγυήσεις ασφαλείας
- Ένα κείμενο που καθορίζει τη «σειρά των βημάτων», με προαπαιτούμενη την παραχώρηση του Ντονέτσκ.
Οι δύο απεσταλμένοι του Ντόναλντ Τρμπτ (Donald Trump), μετά από συνομιλίες με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, μετέβησαν στο Άμπου Ντάμπι, όπου ξεκίνησαν οι πρώτες απευθείας ρωσο-ουκρανικές διαπραγματεύσεις από το 2022. Στις αποσκευές τους μεταφέρουν τα προσχέδια μιας συμφωνίας που, αν υλοποιηθεί, θα αλλάξει το μέλλον της Ουκρανίας.
Το πιο επικίνδυνο σημείο για τον Ζελένσκι
Το πολιτικά πιο εκρηκτικό σκέλος αφορά την παραχώρηση στη Ρωσία του τμήματος του Ντονέτσκ που παραμένει υπό ουκρανικό έλεγχο. Ο Κροάτης πρωθυπουργός Αντρέι Πλένκοβιτς φέρεται να εξηγεί ότι η παραχώρηση δεν θα πρέπει να γίνει de iure, ώστε να παραμείνει «παράθυρο» επανεξέτασης στο μέλλον – μια νομική γέφυρα για την επόμενη εποχή, όταν ο Πούτιν δεν θα βρίσκεται πλέον στην εξουσία.
Για τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ωστόσο, μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά μοιραία. Η ουκρανική κοινή γνώμη εμφανίζεται αντίθετη σε παραχωρήσεις, ενώ η απώλεια των οχυρώσεων στο Ντονέτσκ θα άνοιγε – στρατιωτικά – μια επικίνδυνη πεδιάδα προς τον Δνείπερο και δυνητικά προς την Οδησσό. Η απώλεια πρόσβασης στη Μαύρη Θάλασσα θα σήμαινε στρατηγική ασφυξία για την Ουκρανία.
Οι ΗΠΑ προσφέρουν δύο ισχυρά αντισταθμίσματα:
- Χρηματοδότηση 800 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση, με καθοριστικό ρόλο του επικεφαλής της BlackRock, Λάρυ Φινκ
- Αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, με πιθανή ευρωπαϊκή στρατιωτική παρουσία
Ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ δηλώνει αισιόδοξος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι «απομένει μόνο ένα ανοιχτό ζήτημα». Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: είναι πράγματι «μόνο ένα»;
Η πραγματικότητα στο πεδίο
Στρατιωτικά, η Ρωσία έχει ρίξει το βάρος στο Ντονέτσκ. Το Ποκρόφσκ βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση. Αν χαθεί, η ουκρανική άμυνα στην περιοχή αποσυνδέεται.
Το Λουχάνσκ βρίσκεται σχεδόν εξ ολοκλήρου υπό ρωσικό έλεγχο, η Ζαπορίζια σε μεγάλο ποσοστό, ενώ στη Χερσώνα η κατάσταση παραμένει μοιρασμένη. Ο Δνείπερος λειτουργεί ως φυσικό σύνορο, αλλά δεν αποτελεί απόλυτο φραγμό.
Η Μόσχα επιδιώκει – εάν δεν υπάρξει ικανοποιητική πρόταση – είτε πλήρη εδαφική αναγνώριση των 4 περιφερειών είτε συνέχιση του πολέμου. Από την άλλη, ο Ζελένσκι δύσκολα θα αποδεχθεί να παραχωρήσει εδάφη που δεν έχουν κατακτηθεί πλήρως. Επιπλέον, κάθε συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί από κυβέρνηση, Βουλή και – πιθανότατα – δημοψήφισμα. Με το εθνικό φρόνημα σε υψηλά επίπεδα, μια τέτοια έγκριση δεν θεωρείται δεδομένη.
Γιατί η Ρωσία φοβάται ένα «2ο Κυπριακό»
Στον πυρήνα της ρωσικής στρατηγικής βρίσκεται ένας φόβος: να μην καταλήξει με ένα μόνιμο, άλυτο ζήτημα στην καρδιά της Ευρώπης – ένα «δεύτερο Κυπριακό».
Μια κατάσταση δηλαδή όπου:
- Η σύγκρουση παγώνει χωρίς πλήρη αναγνώριση
- Οι σχέσεις με την Ευρώπη παραμένουν μόνιμα τεταμένες
Το ζήτημα καταναλώνει διπλωματικό κεφάλαιο για δεκαετίες.
Η Ρωσία επιδιώκει, με λογική 19ου και 20ού αιώνα, μια συνθήκη που να «κλείνει» το εδαφικό οριστικά. Ο Τραμπ φαίνεται διατεθειμένος να εξετάσει μια τέτοια φόρμουλα. Η Ευρώπη όμως δυσκολεύεται να αποδεχθεί αλλαγή συνόρων διά της ισχύος.
Μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης εξακολουθεί να ζει με τον ιστορικό φόβο της ρωσικής κατοχής. Για την ΕΕ, η αποδοχή ενός τέτοιου μοντέλου θα ισοδυναμούσε με νομιμοποίηση του αναθεωρητισμού.
Λύση ή παγίδα
Ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία, η υλοποίησή της θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Οι πόλεμοι που λήγουν με αμοιβαία δυσπιστία δεν κλείνουν εύκολα.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο Ζελένσκι θα αντέξει πολιτικά. Είναι αν η Ευρώπη θα αντέξει στρατηγικά.
Εάν δεν βρεθεί μια λύση που να γίνει αποδεκτή πρώτα από τους ίδιους τους Ουκρανούς, το ενδεχόμενο ενός «παγωμένου» μετώπου στην καρδιά της ηπείρου – ενός «2ου Κυπριακού» – δεν είναι καθόλου θεωρητικό.
Και τότε, η ειρήνη δεν θα είναι τέλος του πολέμου. Θα είναι απλώς η αρχή μιας νέας, μακράς και επικίνδυνης εκκρεμότητας για ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο.
Πηγή: skai.gr

















