
Λονδίνο, Γιάννης Χανιωτάκης
Η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) και οι συνεχείς επικρίσεις του προς τον Βρετανό πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ, έχουν οδηγήσει τους Βρετανούς αξιωματούχους στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν πλέον να εμπιστεύονται τον μακροβιότερο και στενότερο σύμμαχό τους, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας The i Paper.
Η ιστορική συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της ανταλλαγής πληροφοριών, η οποία μετρά δεκαετίες, έχει περιέλθει σε καθεστώς αβεβαιότητας.
Αιτία αποτελούν οι αμερικανικές απειλές προς τη Γροιλανδία, η δεδηλωμένη πρόθεση της Ουάσιγκτον να παρέμβει στην ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά και η δημόσια οργή των ΗΠΑ για την άρνηση της Βρετανίας να συμμετάσχει στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Όλα αυτά συνοδεύτηκαν από την υποτίμηση του ρόλου των βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων από τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος επιτέθηκε προσωπικά στον Στάρμερ, λέγοντας πως δεν είναι ο Τσόρτσιλ.
Ο αντίκτυπος αυτών των δηλώσεων έχει προκαλέσει τριγμούς στους διαδρόμους του Γουάιτχολ και των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.
Πηγή του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών ανέφερε ότι η προσέγγιση «Πρώτα η Αμερική» του Λευκού Οίκου δείχνει πως ο Τραμπ «δεν διστάζει να αδειάσει τους συμμάχους του», τονίζοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο απλώς «δεν μπορεί να εμπιστευτεί» τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους Financial Times, Αμερικανοί αξιωματούχοι που είναι αποσπασμένοι σε βρετανικά υπουργεία καλούνται πλέον να αποχωρήσουν από συναντήσεις όπου συζητούνται ευαίσθητες πληροφορίες.
Βρετανική πηγή των μυστικών υπηρεσιών διευκρίνησε ότι κάθε προσπάθεια προστασίας των βρετανικών πληροφοριών αποτελεί απλώς απάντηση σε αντίστοιχες εχθρικές στάσεις από την πλευρά των ΗΠΑ.
Ο Τζον Φόρμαν, ακόλουθος άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου στη Μόσχα έως το 2022, προειδοποίησε ότι «η εμπιστοσύνη, άπαξ και χαθεί, είναι δύσκολο να αποκατασταθεί».
Για περισσότερα από 70 χρόνια, από την εποχή της μυστικής αποστολής Sinkov το 1941 και τις συμφωνίες UKUSA και «Five Eyes», η ειδική σχέση Βρετανίας και Αμερικής αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δυτικής συμμαχίας.
Ωστόσο, η αυξανόμενη ένταση πέρασε στη δημόσια σφαίρα με τις αμερικανικές επικρίσεις για την καθυστέρηση του Λονδίνου να εγκρίνει τη χρήση βρετανικών βάσεων για πλήγματα στο Ιράν.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Στάρμερ προσπαθεί να «μπει σε πολέμους αφού τους έχουμε ήδη κερδίσει», ενώ σε ανάρτησή του στο Truth Social τόνισε ότι χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να σταματήσουν να βασίζονται στις ΗΠΑ.
Η βρετανική επιφυλακτικότητα αποτυπώθηκε και σε πρόσφατη έκθεση του πρώην ανώτατου κρατικού αξιωματούχου, Φίλιπ Ράικροφτ, σχετικά με τις ξένες παρεμβάσεις.
Η έκθεση προειδοποιεί για μια νέα απειλή που προέρχεται από συμμάχους. Γίνεται μάλιστα ευθεία αναφορά στη νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας της Ουάσιγκτον, η οποία εκφράζει την πρόθεση παρέμβασης στην ευρωπαϊκή πολιτική, προωθώντας τη δική της ατζέντα.
Ενδεχομένως σε μια προσπάθεια να διασωθεί ό,τι έχει απομείνει από τη διπλωματική σχέση με τον Λευκό Οίκο, ανακοινώθηκε από το Παλάτι του Μπάκιγχαμ ότι ο Βασιλιάς Κάρολος θα πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στις ΗΠΑ στα τέλη Απριλίου.
Η βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει να αξιοποιήσει τη γνωστή αδυναμία του Τραμπ προς τη βρετανική μοναρχία, με τον Βασιλιά να πραγματοποιεί ένα πολυαναμενόμενο ταξίδι στο πλαίσιο των εορτασμών για την 250ή επέτειο της αμερικανικής ανεξαρτησίας.
Πηγή: skai.gr













