
Ερευνητές ανέκτησαν πρόσφατα 42 χαμένες σελίδες από τον Κώδικα H, ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης στον κόσμο.
Ο Κώδικας H, συντομογραφία του Codex Hierosolymitanus, είναι παλίμψηστο, δηλαδή τμήματα του χειρογράφου επαναχρησιμοποιήθηκαν και ξαναγράφτηκαν μέσα στους αιώνες. Οι ερευνητές οδηγήθηκαν στην ανακάλυψη αφού διαπίστωσαν ότι το χειρόγραφο είχε ξαναγραφτεί με μελάνι, αφήνοντας αχνά κατοπτρικά ίχνη του αρχικού κειμένου. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν σύγχρονη τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένης της πολυφασματικής απεικόνισης, για να ανακτήσουν «φαντασματικό» κείμενο που δεν είναι ορατό με γυμνό μάτι.
Η ανακάλυψη ανακοινώθηκε από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης σε δελτίο Τύπου στις 24 Απριλίου.
«Τα αποσπάσματα δείχνουν πώς οι γραφείς του 6ου αιώνα διόρθωναν, σχολίαζαν και αλληλεπιδρούσαν με ιερά κείμενα», ανέφερε το πανεπιστήμιο στην ανακοίνωσή του, σημειώνοντας ότι η φυσική κατάσταση του χειρογράφου αποκαλύπτει «τον τρόπο με τον οποίο τα ιερά έργα επαναχρησιμοποιούνταν και αποκτούσαν νέες χρήσεις όταν έφταναν σε κατάσταση φθοράς».
Το κείμενο, το οποίο δεν περιέχει νέα αποσπάσματα της Αγίας Γραφής, χρονολογείται στον 6ο αιώνα και αποτελεί αντίγραφο των Επιστολών του Αγίου Παύλου.
Το χειρόγραφο αποσυναρμολογήθηκε τον 13ο αιώνα στη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος της Ελλάδας.
Από τότε, οι σελίδες του διασκορπίστηκαν σε βιβλιοθήκες της Ευρώπης, με μόνο λίγα αποσπάσματα του αρχικού χειρογράφου να έχουν διασωθεί, ανάμεσά τους και ορισμένα που φυλάσσονται στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.
Μέσα σε αυτά τα αποσπάσματα, μια ομάδα ερευνητών εντόπισε τις χαμένες σελίδες, συμπεριλαμβανομένων αρχαίων καταλόγων κεφαλαίων, οι οποίοι «διαφέρουν δραστικά από τον τρόπο με τον οποίο χωρίζουμε αυτές τις επιστολές σήμερα», σύμφωνα με το πανεπιστήμιο.
Η σημασία του Κώδικα H οφείλεται εν μέρει στη σπανιότητά του, δήλωσε ο Garrick Allen, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης και επικεφαλής του προγράμματος. «Αποτελεί σημαντική μαρτυρία για το κείμενο των Επιστολών του Παύλου σε μια περίοδο για την οποία δεν διαθέτουμε πολλά χειρόγραφα», είπε ο καθηγητής στο Fox News Digital, αναφερόμενος στην περίοδο από τον 6ο έως τον 9ο αιώνα.
Η πρακτική της σημείωσης και σχολιασμού βιβλικών κειμένων χρονολογείται εδώ και αιώνες, όπως ακριβώς κάνουν ακόμη και σήμερα οι αναγνώστες — και ο Κώδικας H διατηρεί πάνω από 1.000 χρόνια σχολίων και σημειώσεων. «Τα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης και άλλων έργων συχνά σχολιάζονταν και σημειώνονταν από γραφείς και αναγνώστες», σημείωσε ο Allen. Ο Κώδικας H, για παράδειγμα, περιλαμβάνει «περισσότερες από 70 διορθώσεις στο ίδιο το κείμενο από έναν γραφέα που συνέκρινε το κείμενό του με άλλο χειρόγραφο», ανέφερε ο καθηγητής.
Το χειρόγραφο περιέχει επίσης «πολλές σημειώσεις από τουλάχιστον 15 μεταγενέστερους αναγνώστες, οι οποίοι άφησαν τα ίχνη τους μέσω προσευχών, ποιημάτων, γραμματικών παρατηρήσεων και άλλων πληροφοριών».
«Αυτού του είδους οι σημειώσεις δεν είναι ασυνήθιστες, αλλά επειδή ο Κώδικας H είχε τόσο μακρά ζωή και πολλές μορφές, οι σελίδες του προσέλκυσαν πολλούς ενδιαφερόμενους αναγνώστες, και αυτές οι σημειώσεις αποτελούν συχνά τη μοναδική απτή απόδειξη ότι αυτοί οι ανώνυμοι άνθρωποι υπήρξαν ποτέ», είπε ο Allen. Όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο το χειρόγραφο αποσυναρμολογήθηκε, ο Allen εκτίμησε ότι πιθανότατα «είχε φτάσει στο τέλος της λειτουργικής του ζωής».
«Έξι έως επτά αιώνες είναι μεγάλο χρονικό διάστημα για να διατηρείται ένα βιβλίο σε λειτουργική κατάσταση, παρόλο που γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον ένα άτομο προσπάθησε να το συντηρήσει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αντιγράφοντάς το εκ νέου», είπε και πρόσθεσε«Σε μια απομονωμένη τοποθεσία όπως το Άγιο Όρος, σε μια εποχή όπου η περγαμηνή ήταν πολύ ακριβή στην παραγωγή, είναι λογικό το μοναστήρι να επαναχρησιμοποίησε αυτό το χειρόγραφο για να συντηρήσει άλλα βιβλία της βιβλιοθήκης του».
Παραδόξως, η αποσυναρμολόγηση του χειρογράφου συνέβαλε στη διατήρησή του, σημείωσε ο Allen, οι σελίδες του επαναχρησιμοποιήθηκαν μέσα σε άλλα βιβλία και τελικά διασκορπίστηκαν σε ευρωπαϊκές συλλογές.
«Το βιβλίο ξαναγράφτηκε εξ ολοκλήρου με μελάνι κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της χρήσης του, πράγμα που σημαίνει ότι κάποιος έγραψε πάνω από το ήδη υπάρχον κείμενο … σε μια προσπάθεια να διατηρήσει το βιβλίο χρήσιμο για μια νέα γενιά», δήλωσε ο Allen.
«Τελικά, το βιβλίο αποσυνδέθηκε και επαναχρησιμοποιήθηκε ως υλικό βιβλιοδεσίας και ως εσώφυλλα όταν οι βιβλιοθηκάριοι της Μονής Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος επισκεύαζαν άλλα βιβλία της συλλογής τους. Αυτή ακριβώς η επαναχρησιμοποίηση του αρχαίου βιβλίου οδήγησε στη συνέχιση της ύπαρξής του».
Το πιο εντυπωσιακό μέρος της ανακάλυψης, σύμφωνα με τον Allen, ήταν το αίσθημα δέους που προκαλεί η ανάγνωση βιβλικών κειμένων «που πλέον δεν υπάρχουν».
«Ανακτήσαμε τις σελίδες μόνο χάρη στα ακούσια αποτελέσματα ενός μεσαιωνικού συντηρητή», είπε ο ειδικός. «Αυτή η διαδικασία με κάνει αισιόδοξο ότι πολλά αρχαία χειρόγραφα έχουν ακόμη πολλά να μας αποκαλύψουν για τους ανθρώπους που τα δημιούργησαν και τα χρησιμοποίησαν».
Ο Allen πρόσθεσε ότι αυτή η πρόοδος οφείλεται εν μέρει και στις εξελίξεις στην τεχνολογία απεικόνισης.
Πηγή: skai.gr

































