
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ολοένα και πιο επιφυλακτική απέναντι στη στρατιωτική της δέσμευση στην Ευρώπη, εξέλιξη που, σύμφωνα με ανάλυση του Βρετανικού περιοδικού The Economist, δημιουργεί νέα ερωτήματα για την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτρεπτικής ισχύος απέναντι στη Ρωσία και αυξάνει τους κινδύνους για τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Το βρετανικό περιοδικό επισημαίνει ότι η μετατόπιση της Ουάσιγκτον δεν αφορά μόνο την ανακατανομή στρατιωτικών πόρων προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, αλλά αντανακλά και μια βαθύτερη πολιτική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη καλείται να αναλάβει πολύ μεγαλύτερο μέρος του κόστους και της ευθύνης για την ίδια της την άμυνα.
Σκεπτικισμός στην Ουάσινγκτον
Σύμφωνα με την ανάλυση, αρκετοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εμπλακούν αυτόματα σε μια στρατιωτική σύγκρουση για την υπεράσπιση των κρατών της Βαλτικής, σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης.
Παράλληλα, στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης διατυπώνονται ανησυχίες ότι η ανάπτυξη οπλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς από το ΝΑΤΟ κοντά στα ρωσικά σύνορα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση μεταξύ των δύο πυρηνικών δυνάμεων.
Ο Economist εκτιμά ότι αυτή η στάση μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα αδυναμίας προς τη Μόσχα. Όπως σημειώνει, όσο περισσότερο η Ουάσιγκτον απομακρύνεται πολιτικά και στρατηγικά από την Ευρώπη, τόσο αυξάνονται τα κίνητρα της Ρωσίας να δοκιμάσει στην πράξη τα όρια της Συμμαχίας.
Μάλιστα, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι απαραίτητα μια γενικευμένη εισβολή, αλλά ένα περιορισμένο επεισόδιο ή μια υβριδική επιχείρηση, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει διχασμό μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ σχετικά με το αν πρέπει να ενεργοποιηθεί το Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας.
Ακυρώσεις εξοπλιστικών σχεδίων και περιορισμοί στην τεχνητή νοημοσύνη
Το περιοδικό αναφέρεται επίσης σε συγκεκριμένες αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, οι οποίες έχουν προκαλέσει προβληματισμό στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η ακύρωση της σχεδιαζόμενης ανάπτυξης αμερικανικής μονάδας στη Γερμανία, η οποία επρόκειτο να διαθέτει πυραύλους κρουζ Tomahawk, καθώς και η καθυστέρηση στην υλοποίηση της αντίστοιχης γερμανικής προμήθειας των συγκεκριμένων πυραύλων.
Το δημοσίευμα επισημαίνει ακόμη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επιβάλει προσωρινούς περιορισμούς στην πρόσβαση συμμάχων τους σε προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, απόφαση που προκάλεσε ερωτήματα για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον παραμένει διατεθειμένη να μοιράζεται κρίσιμες τεχνολογίες με τους ευρωπαϊκούς εταίρους της.
Η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος
Κατά την εκτίμηση του Βρετανικού οικονομικού περιοδικού, η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση.
Η αμερικανική πολιτική μεταβάλλεται προς μια κατεύθυνση όπου οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι καλούνται να ενισχύσουν δραστικά τις αμυντικές τους δυνατότητες, να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες και να αποκτήσουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Το περιοδικό επισημαίνει ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί άμεσα, καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμους τομείς, όπως οι δορυφορικές πληροφορίες, οι στρατηγικές μεταφορές, η αντιπυραυλική άμυνα, οι δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου, αλλά και η πυρηνική αποτροπή.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές δεσμεύσεις μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τον στρατιωτικό σχεδιασμό των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, αλλά και τους υπολογισμούς του Κρεμλίνου για το κατά πόσο η δυτική συμμαχία θα αντιδρούσε ενιαία σε μια μελλοντική κρίση.
Η ανάλυση καταλήγει ότι η διατήρηση της αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αποτροπής και πως οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με την αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών από τη ρωσική πλευρά, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη.
Πηγή: skai.gr



































