Άρθρο του Φραγκίσκου Παρασύρη, Βουλευτή Ηρακλείου – υπεύθυνου Κ.Τ.Ε. Ενέργειας και του Κώστα Μαθιουδάκη, Γραμματέα Τομέα Ενέργειας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής:
Η ενέργεια μπορεί να γίνει μοχλός παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικής συνοχής — όχι πηγή μόνιμης ανασφάλειας, όπως σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει σήμερα. Η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα: πλούσιες ανανεώσιμες πηγές, εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό, γεωγραφική θέση που επιτρέπει ρόλο κόμβου και, δυνητικά, αξιοποιήσιμους εθνικούς ορυκτούς πόρους. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική αρχιτεκτονική που «δένει» τα κομμάτια σε εθνική στρατηγική: κανόνες αγοράς που προστατεύουν τον πολίτη, επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση για συστηματική μείωση του κόστους, και εξωτερική ενεργειακή πολιτική με συνέπεια και διάρκεια.
.Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο πιεστική καθώς μπαίνουμε στο 2026. Το διεθνές ενεργειακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από ένταση και αντιφάσεις: η μετάβαση επιταχύνεται, αλλά ταυτόχρονα η παγκόσμια ζήτηση υδρογονανθράκων και οι εκπομπές παραμένουν υψηλές, με την ασφάλεια εφοδιασμού και την οικονομικότητα να γίνονται ξανά κεντρικά ζητήματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Εδώ βρίσκεται και η βασική ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης. Αντί να αντιμετωπίσει την ενέργεια ως δημόσιο αγαθό και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, επέτρεψε να λειτουργεί ένα πλαίσιο όπου ο καταναλωτής μένει αδύναμος απέναντι σε ισχυρούς παίκτες, η διαφάνεια δεν είναι αυτονόητη και οι μειώσεις κόστους παραγωγής δεν μεταφέρονται στους καταναλωτές. Κι έτσι η ακρίβεια πάει να γίνει κανονικότητα: νοικοκυριά που δεν μπορούν να προγραμματίσουν, μικρομεσαίοι που πιέζονται, αγροτικός κόσμος που βλέπει το κόστος παραγωγής να ανεβαίνει και επιχειρήσεις που χάνουν έδαφος.
Η κυβέρνηση αποδεικνύεται στρατηγικά ανεπαρκής: προώθησε γρήγορα παραγωγή ΑΠΕ, χωρίς να τρέξει με την ίδια αποφασιστικότητα τα δίκτυα και την αποθήκευση. Το αποτέλεσμα είναι παράλογο και ακριβό: σε περιόδους υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος φθηνής ενέργειας δεν αξιοποιείται —περικόπτεται— επειδή το σύστημα δεν μπορεί να τη «σηκώσει». Και σαν να μην έφτανε αυτό, η απουσία κανόνων και η συμφόρηση των υποδομών οδηγούν σε μια σιωπηλή αναδιανομή ισχύος: οι μικρότεροι παραγωγοί στραγγαλίζονται από τις περικοπές και την αβεβαιότητα, ενώ ευνοείται η συγκέντρωση σε λίγους καθετοποιημένους ομίλους.
Η εθνική απάντηση πρέπει να ξεκινά από τις βασικές υποδομές. Η έλλειψη «ηλεκτρικού χώρου» έχει γίνει σοβαρό εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, ενώ η καθυστέρηση στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών δυσκολεύει τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό η αντίθεση μας στην περαιτέρω ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ δεν είναι «ιδεολογική διαφωνία»• είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας και δημόσιου συμφέροντος.
Η γρήγορη επέκταση του συστήματος μεταφοράς είναι επίσης αναγκαία. Σε αυτό το σημείο τίθεται και το ζήτημα που έφερε πρόσφατα η κυβέρνηση σχετικά με τον ΑΔΜΗΕ, δηλαδή την πρόθεσή της να παραδώσει τον έλεγχό του σε ιδιώτες. Όταν μιλάμε για δίκτυα, διασυνδέσεις και τη σταθερότητα του συστήματος, μιλάμε για κρίσιμες εθνικές υποδομές και φυσικό μονοπώλιο. Η χώρα έχει μπροστά της μεγάλες ηλεκτρικές διασυνδέσεις και έργα στρατηγικής σημασίας. Γι’ αυτό η αντίθεσή μας στην περαιτέρω ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ δεν είναι μόνο ιδεολογική, αλλά αφορά την εθνική ασφάλεια και το δημόσιο συμφέρον.
Μεγάλη είναι η κυβερνητική ασυνέπεια στο ζήτημα της απανθρακοποίησης, παρά την πρόσφατη «δημοσιογραφική» στροφή του ίδιου του πρωθυπουργού. Η πρόωρη εγκατάλειψη εγχώριων επιλογών, χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο, αύξησε την εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα καύσιμα και υπονόμευσε την ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία της.
Την ίδια στιγμή, στους υδρογονάνθρακες υπήρξε παλινωδία: απαξίωση, «πάγωμα», και μετά βιαστική επανεκκίνηση. Μάλιστα η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει ως “δική της” στροφή πράγματα που στην πραγματικότητα προέκυψαν από επιλογές που δεν ξεκίνησαν από τη χώρα μας. Κρίσιμες εθνικές στοχεύσεις που σήμερα «ανακαλύπτονται» εκ νέου: ο Κάθετος Διάδρομος δεν γεννήθηκε χθες, αλλά ως στρατηγική που ξεκίνησε την περίοδο κυβερνήσεων με υπουργούς ΠΑΣΟΚ. Και το ενδιαφέρον για υδρογονάνθρακες πατάει πάνω σε θεσμικές βάσεις και δεδομένα που επίσης τότε χτίστηκαν . Δεν είναι πρόβλημα να συνεχίζεις κάτι σωστό. Πρόβλημα είναι να το καθυστερείς, να το υποτιμάς και μετά να το παρουσιάζεις ως «νέα έμπνευση» όταν απλώς προσαρμόζεσαι στις εξωτερικές εξελίξεις.
Απέναντι σε αυτό το μοντέλο, η απάντηση του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής δεν είναι μια τεχνοκρατική λίστα μέτρων. Είναι μια επιλογή κατεύθυνσης: από την κερδοφορία ως αυτοσκοπό, στην ενέργεια ως κοινωνικό αγαθό και εργαλείο ανάπτυξης. Αυτό ξεκινά από το αυτονόητο που σήμερα δεν είναι δεδομένο: ισχυρή προστασία καταναλωτή, ενίσχυση της εποπτείας και κανόνες που δεν επιτρέπουν στρεβλώσεις και επιβαρύνσεις των πολιτών. Και περνά και από κάτι ακόμα πιο χειροπιαστό: να σταματήσει η λογική όπου το κόστος της παραβατικότητας τελικά φορτώνεται στους συνεπείς, αντί να αντιμετωπίζεται στη ρίζα του με ευθύνη εκείνων που έχουν τον έλεγχο και τα εργαλεία.
Η χώρα χρειάζεται αλλαγή μοντέλου, όχι άλλη επικοινωνία. Χρειάζεται αγορά με κανόνες, ισχυρό ρυθμιστή και πραγματική προστασία καταναλωτή. Χρειάζεται υποδομές—δίκτυα, αποθήκευση, έξυπνα συστήματα. Χρειάζεται χωροταξία και ενεργειακή δημοκρατία, με χώρο και πρόσβαση για αυτοπαραγωγή και ενεργειακές κοινότητες, ώστε τα οφέλη να διαχέονται στους πολλούς και να μην καταλήγουν προνόμιο των λίγων.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνει με όρους ανισότητας και αδιαφάνειας. Μπορεί — και πρέπει — να γίνει με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, παραγωγικής ανασυγκρότησης και εθνικής αυτοπεποίθησης.
Το άρθρο “Ενέργεια ως εθνικό σχέδιο: «Να κερδίσει η κοινωνία, να θωρακιστεί η χώρα»“, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο CRETA24.













