
Η επικράτηση του Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν αντιμετωπίζεται από την πλειονότητα των αμερικανών πολιτικών αναλυτών ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία εσωκομματική νίκη.
Για πολλούς αποτελεί το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα που έστειλε μέχρι στιγμής η εκλογική βάση των Δημοκρατικών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, αλλά και μία ένδειξη για το πού ενδέχεται να κινηθεί το κόμμα τα επόμενα χρόνια.
Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη συζήτηση στην Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο ότι ο 41χρονος γιατρός, γιος Αιγύπτιων μεταναστών, έγινε ο υποψήφιος των Δημοκρατικών σε μία από τις κρισιμότερες πολιτείες της χώρας.
Είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο το πέτυχε: απέναντι στην επίσημη κομματική ηγεσία, απέναντι σε μία από τις ακριβότερες προεκλογικές εκστρατείες των τελευταίων ετών και απέναντι σε ένα δίκτυο μεγάλων χρηματοδοτών που προέρχεται από το ισραηλινό λόμπι το οποίο στήριζε ανοιχτά και κυρίως οικονομικά την αντίπαλό του, Χέιλι Στίβενς.
Περιληπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νίκη του Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ δεν είναι απλώς μία εσωκομματική επικράτηση στο Μίσιγκαν.
Για πολλούς αναλυτές στις ΗΠΑ αποτελεί δοκιμασία για το μέλλον του Δημοκρατικού Κόμματος, τη δύναμη της αριστερής/προοδευτικής πτέρυγας και τη στάση των ψηφοφόρων απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα και την αμερικανική πολιτική έναντι του Ισραήλ.
Η πρώτη μεγάλη ήττα του κομματικού κατεστημένου
Σχεδόν όλα τα μεγάλα αμερικανικά μέσα συμφωνούν σε ένα σημείο: η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν εξελίχθηκε σε δημοψήφισμα για το ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα.
Η Στίβενς είχε την υποστήριξη της ηγεσίας του κόμματος, της κυβερνήτριας του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ, σημαντικών δωρητών και οργανώσεων όπως η AIPAC (Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων), ενώ άλλες ομάδες δαπάνησαν υπέρ της ποσά πολλαπλάσια εκείνων που διατέθηκαν για τον Ελ-Σαγέντ.
Παρ’ όλα αυτά, οι ψηφοφόροι επέλεξαν έναν υποψήφιο που εμφανίστηκε ως αντίπαλος του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου.
Η νίκη του ερμηνεύεται από αρκετούς αναλυτές ως μήνυμα δυσαρέσκειας απέναντι στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το Δημοκρατικό Κόμμα και ιδιαίτερα απέναντι στην εξάρτησή του από μεγάλες χρηματοδοτήσεις και τα οργανωμένα λόμπι.
Η Γάζα και το Ισραήλ άλλαξαν τις ισορροπίες
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα των αμερικανικών αναλύσεων είναι ότι ο πόλεμος στη Γάζα έχει αναδιαμορφώσει τις εσωκομματικές ισορροπίες.
Ο Ελ-Σαγέντ δεν έκρυψε ποτέ ότι αντιτίθεται στην άνευ όρων στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ και έχει ζητήσει μία διαφορετική αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή.
Αντίθετα, η Στίβενς εξέφραζε τη γραμμή της ηγεσίας των Δημοκρατικών και υποστηρίχθηκε έντονα από φιλοϊσραηλινές οργανώσεις και χρηματοδότες.
Για πολλούς πολιτικούς αναλυτές στις ΗΠΑ, το αποτέλεσμα δείχνει ότι ένα αυξανόμενο τμήμα των Δημοκρατικών ψηφοφόρων -ιδιαίτερα νεότεροι και προοδευτικοί- δεν θεωρεί πλέον την παραδοσιακή φιλοϊσραηλινή στάση του κόμματος ως σωστή.
Ωστόσο, αρκετά δημοσιογραφικά μέσα επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται απαραίτητα για συνολική μεταστροφή των ψηφοφόρων του κόμματος. Σε άλλες πολιτείες, υποψήφιοι που υποστήριξαν τη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ επικράτησαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, γεγονός που δείχνει ότι οι εσωτερικές ισορροπίες παραμένουν σύνθετες.
Η δύναμη του χρήματος δεν αποδείχθηκε αρκετή
Ένα ακόμη στοιχείο που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση είναι η αποτυχία της τεράστιας οικονομικής υπεροχής να καθορίσει το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται αμερικανικά μέσα, οι εξωτερικές δαπάνες υπέρ της Στίβενς ξεπέρασαν κατά πολύ εκείνες του Ελ-Σαγέντ, με ορισμένες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για αναλογία που έφθανε ακόμη και το 12 προς 1 στις τελευταίες εβδομάδες της εκστρατείας.
Παρά την οικονομική αυτή ανισορροπία, ο Ελ-Σαγέντ κατάφερε να δημιουργήσει ένα ισχυρό δίκτυο εθελοντών και να βασιστεί κυρίως στην προσωπική επαφή με τους ψηφοφόρους, πραγματοποιώντας εκατοντάδες προεκλογικές εκδηλώσεις σε ολόκληρη την πολιτεία.
Το μεγάλο ερώτημα: Μπορεί να κερδίσει τον Νοέμβριο;
Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά του.
Το Μίσιγκαν θεωρείται μία από τις πολιτείες που μπορούν να κρίνουν ποιο κόμμα θα ελέγχει τη Γερουσία μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου και οι Δημοκρατικοί γνωρίζουν ότι μία ήττα εκεί θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική.
Οι επικριτές του Ελ-Σαγέντ εκτιμούν ότι οι προοδευτικές του θέσεις για την οικονομία, το σύστημα υγείας και τη Μέση Ανατολή ενδέχεται να μην προσελκύσουν τους ανεξάρτητους και μετριοπαθείς ψηφοφόρους (αυτό που στην Ελλάδα ονομάζουμε «κέντρο») οι οποίοι συχνά κρίνουν τις εκλογές σε αμφίρροπες πολιτείες.
Ήδη, Ρεπουμπλικάνοι στρατηγικοί αναλυτές έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι θεωρούν την υποψηφιότητά του πιο ευνοϊκή για τον δικό τους υποψήφιο, Μάικ Ρότζερς.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του αντιτείνουν ότι η παραδοσιακή μετριοπαθής στρατηγική δεν κατάφερε να ανακόψει την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ τα τελευταία χρόνια και ότι μόνο ένας υποψήφιος με σαφές πολιτικά συγκεκριμένο στίγμα μπορεί να κινητοποιήσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από τις κάλπες.
Δοκιμή και για το 2028
Πέρα από τη μάχη της Γερουσίας, αρκετοί αναλυτές βλέπουν στη νίκη του Ελ-Σαγέντ κι ένα μελλοντικό μήνυμα για την επόμενη προεδρική κούρσα.
Εάν καταφέρει να κερδίσει τον Νοέμβριο σε μία από τις πιο αμφίρροπες πολιτείες των ΗΠΑ, θα ενισχυθεί σημαντικά το επιχείρημα της προοδευτικής πτέρυγας ότι οι Δημοκρατικοί δεν χρειάζεται να μετακινούνται προς το πολιτικό κέντρο για να κερδίζουν εκλογές.
Αντίθετα, μια ήττα θα δώσει επιχειρήματα σε όσους θεωρούν ότι οι πιο αριστερές υποψηφιότητες δυσκολεύονται να επικρατήσουν στις γενικές εκλογές.
Με άλλα λόγια, η αναμέτρηση του Νοεμβρίου δεν αφορά μόνο μία έδρα στη Γερουσία.
Θα αποτελέσει και ένα κρίσιμο τεστ για το ποια ιδεολογική κατεύθυνση θα ακολουθήσει το Δημοκρατικό Κόμμα στην εποχή μετά τον Τραμπ και ποιο πολιτικό μοντέλο θα επιχειρήσει να παρουσιάσει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Πηγή: skai.gr


































