
Μπροστά σε ακόμη ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όσον αφορά τον πόλεμο με το Ιράν βρίσκεται ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόνλαντ Τραμπ (Donald Trump). Μόνο που, κάθε φορά που φτάνει σε ένα τέτοιο σημείο, οι διαθέσιμες επιλογές του λιγοστεύουν και το κόστος οποιασδήποτε απόφασης μεγαλώνει, σημειώνει σε ανάλυσή του το CNN.
Η κυβέρνηση Τραμπ εξήγησε την Κυριακή ότι η προσωρινή παύση των αεροπορικών επιδρομών -η οποία διανύει πλέον την τρίτη νύχτα, έπειτα από 13 συνεχόμενες νύχτες επιθέσεων- αποσκοπεί στη δημιουργία περιθωρίου για τη διεξαγωγή διπλωματικών πρωτοβουλιών. Την ίδια στιγμή, όμως, προειδοποίησε ότι παραμένει «σε πλήρη ετοιμότητα» για μια νέα κλιμάκωση.
Όντως, υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας. Το Ιράν ανακοίνωσε ότι τις τελευταίες ημέρες φιλοξένησε συνομιλίες με το Ομάν σε επίπεδο υφυπουργών Εξωτερικών. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Ισλαμική Δημοκρατία προτίθεται να υποχωρήσει από τη βασική της απαίτηση, η οποία προκάλεσε και την τελευταία αναζωπύρωση της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ: να ελέγχει τη ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Ο Τραμπ λοιπόν βρίσκεται ξανά σε μια γνώριμη θέση. Επιχείρησε να εξαναγκάσει εκ νέου την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις εντείνοντας τις στρατιωτικές επιθέσεις. Η τακτική αυτή, όμως, δεν απέδωσε περισσότερο τώρα απ’ ό,τι κατά τον πρώτο γύρο των συγκρούσεων.
Θα μπορούσε βέβαια να αυξήσει ακόμη περισσότερο την πίεση, αναπτύσσοντας χερσαίες δυνάμεις και αξιοποιώντας τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα εξέθετε τις αμερικανικές δυνάμεις στον κίνδυνο σοβαρών απωλειών, σε έναν πόλεμο που είναι ήδη βαθιά αντιδημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας.
Σχεδόν πέντε μήνες μετά την έναρξη ενός πολέμου που ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι θα διαρκούσε λίγες εβδομάδες, ο Τραμπ εξακολουθεί να αναζητεί περιθώρια ελιγμών απέναντι στην Τεχεράνη. Μέχρι στιγμής, όμως, η στρατηγική του φαίνεται να πετυχαίνει το αντίθετο: να περιορίζει τον χώρο κινήσεών του και να τον οδηγεί σε ολοένα χειρότερες επιλογές.
Η πίεση του …πετρελαίου
Την ίδια ώρα, αυξάνεται και η πολιτική πίεση. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου την περασμένη εβδομάδα ενισχύει τον κίνδυνο αύξησης της τιμής της βενζίνης και τροφοδοτεί την ανησυχία της πλειονότητας των Αμερικανών που αντιτίθενται στον πόλεμο – αν και το Brent, το διεθνές πετρελαϊκό σημείο αναφοράς, υποχώρησε περισσότερο από 5% την Κυριακή.
Παράλληλα, μια εναλλακτική οδός μεταφοράς πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας απειλείται πλέον από τους Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι υποστηρίζονται από το Ιράν.
Κι αυτό την ώρα που τα παγκόσμια αποθέματα αργού πετρελαίου πλησιάζουν σε κρίσιμα χαμηλά επίπεδα, εντείνοντας τους φόβους για περαιτέρω επιδείνωση της ενεργειακής κρίσης.
Όλα αυτά εκτυλίσσονται ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στις οποίες οι Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ αναμένεται ούτως ή άλλως να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη αναμέτρηση.
«Χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό»
Όπως συμβαίνει εδώ και εβδομάδες, καμία από τις επιλογές που έχει μπροστά του ο Τραμπ δεν μοιάζει ελκυστική. Αυτό ενδεχομένως εξηγεί και τις έντονες μεταπτώσεις στη ρητορική του την περασμένη εβδομάδα: από τις απειλές για συντριπτική χρήση στρατιωτικής ισχύος έως τους ισχυρισμούς ότι το Ιράν εκλιπαρεί για διαπραγματεύσεις.
Καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν καταφέρει να αλλάξουν τη γεωπολιτική δυναμική του πολέμου, η συγκεκριμένη ρητορική φαίνεται να απευθύνεται περισσότερο στο αμερικανικό ακροατήριο παρά στην Τεχεράνη.
Ο Τραμπ θα μπορούσε ακόμη να υλοποιήσει τις απειλές που διατύπωσε την περασμένη εβδομάδα, μετά και τη διεύρυνση του γεωγραφικού εύρους των στόχων στο Ιράν κατά τον τελευταίο γύρο επιθέσεων. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιχειρήσει να στραγγαλίσει περαιτέρω την ιρανική οικονομία, πλήττοντας υποδομές μεταφορών και μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.
Μια τέτοια στρατηγική, όμως, θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τους Ιρανούς πολίτες, τους οποίους ο Τραμπ δήλωνε στην αρχή του πολέμου ότι ήθελε να βοηθήσει. Επιπλέον, ακόμη και ορισμένα πρόσωπα από το στενό του περιβάλλον θεωρούν ότι αυτού του είδους τα πλήγματα δεν θα αλλάξουν τη στάση του καταπιεστικού καθεστώτος της Τεχεράνης.
Οι Ζάκαρι Κόεν και Τζιμ Σιούτο του CNN μετέδωσαν ότι, κατά τη διάρκεια σύσκεψης στον Λευκό Οίκο την Παρασκευή, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων Νταν Κέιν εξέφρασαν ανησυχίες για το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης.
Ο Κέιν, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει το θέμα και έναν Αμερικανό αξιωματούχο, ανησυχεί ιδιαίτερα για τις επιπτώσεις στα αποθέματα πυρομαχικών. Παράλληλα, η Κέιτι Μπο Λίλις του CNN μετέδωσε την περασμένη εβδομάδα ότι τόσο η CIA όσο και η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας εκτίμησαν πρόσφατα πως το είδος των βομβαρδισμών που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ είναι απίθανο να αλλάξει τη διαπραγματευτική θέση του Ιράν.
Μια δεύτερη επιλογή θα ήταν η επέκταση του αμερικανικού οικονομικού αποκλεισμού στα ιρανικά πλοία και λιμάνια, με στόχο να περιοριστούν τόσο η χρηματοδότηση της κυβέρνησης όσο και τα έσοδα που συντηρούν τον στρατιωτικό μηχανισμό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.
Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια πολιτική θα χρειαζόταν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες για να αποδώσει – χωρίς καμία εγγύηση μάλιστα ότι θα μπορούσε να αλλάξει τελικά τη στάση της Τεχεράνης. Δεν είναι επίσης σαφές εάν ο Τραμπ διαθέτει την απαιτούμενη υπομονή ή το αναγκαίο πολιτικό περιθώριο στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Το Ιράν, από την πλευρά του, θα μπορούσε να απαντήσει ξαναρχίζοντας τις επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στο Στενό του Ορμούζ, μεταφέροντας έτσι ακόμη μεγαλύτερο μέρος του κόστους του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία και αυξάνοντας την πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον.
Μια τρίτη επιλογή θα ήταν η προσπάθεια αναβίωσης του μνημονίου κατανόησης που είχε οδηγήσει σε μια βραχύβια εκεχειρία, προτού τελικά καταρρεύσει.
Η Τεχεράνη, ωστόσο, είναι απίθανο να συμφωνήσει χωρίς να εξασφαλίσει αυτό που θεωρούσε ότι της παραχωρούσε εξαρχής το μνημόνιο: το δικαίωμα να ρυθμίζει τη διέλευση μέσω του Ορμούζ και να αντλεί έσοδα από αυτήν.
Για τις ΗΠΑ, μια τέτοια παραχώρηση θα ισοδυναμούσε με ήττα, δεδομένου ότι η κρίσιμη αυτή θαλάσσια οδός ήταν ανοιχτή πριν από τον πόλεμο. Ο Τραμπ θα δεχόταν επίσης σφοδρή εσωτερική κριτική από τα «γεράκια» της εξωτερικής πολιτικής, εάν φαινόταν να προσφέρει στην Τεχεράνη ακόμη ευνοϊκότερους όρους από εκείνους του αρχικού μνημονίου, το οποίο προέβλεπε χαλάρωση των κυρώσεων και τη δημιουργία περιφερειακού ταμείου ανοικοδόμησης.
Έτσι, όλοι αναζητούν μια νέα προσέγγιση – χωρίς, μέχρι στιγμής, να μπορούν να προσδιορίσουν ποια θα μπορούσε να είναι αυτή.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι δήλωσε την Κυριακή στην εκπομπή «State of the Union» ότι ο Τραμπ θα πρέπει να ξεκινήσει έναν «εθνικό διάλογο», απευθυνόμενος τόσο στον αμερικανικό λαό όσο και στο Κογκρέσο.
«Το Κογκρέσο πρέπει να βοηθήσει στη λήψη μιας δύσκολης απόφασης. Υπάρχει άλλος δρόμος προς τα εμπρός;», διερωτήθηκε.
Ο Κάσιντι εξέφρασε την ελπίδα να βρεθεί μια λύση που δεν θα επιτρέπει στο Ιράν να ελέγχει το Στενό του Ορμούζ, αλλά και δεν θα αναγκάζει τις ΗΠΑ να ξοδεύουν «δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει αποφέρει αποδεδειγμένα αποτελέσματα».
«Χρειαζόμαστε κάτι διαφορετικό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το πρόβλημα είναι ότι, έπειτα από πέντε μήνες πολέμου, κανείς δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει μια εφαρμόσιμη πρόταση για το τι ακριβώς θα μπορούσε να είναι αυτό το «κάτι διαφορετικό».
Υπάρχει διέξοδος για τον Τραμπ χωρίς νίκη;
Ο Λευκός Οίκος ανέθεσε στον πρεσβευτή των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, Μάικ Γουόλτς, να εξηγήσει στις κυριακάτικες πολιτικές εκπομπές τη μεταβαλλόμενη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ και την προσπάθειά της να βρει διέξοδο από τον πόλεμο.
Ο Γουόλτς αναφέρθηκε στην πρόσφατη ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, η οποία είχε καλλιεργήσει προσδοκίες ότι ο Τραμπ ενδέχεται να κλιμακώσει τη σύγκρουση.
«Το καθεστώς θα πρέπει να πιστέψει τον πρόεδρο όταν λέει ότι “είμαστε σε πλήρη ετοιμότητα” και ότι όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι», δήλωσε στην εκπομπή «Face the Nation» του CBS.
Στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, υποστήριξε ότι «το Ιράν είναι διπλωματικά και οικονομικά απομονωμένο και στρατιωτικά κατεστραμμένο».
«Δεν υπήρξαν ποτέ τόσο αδύναμοι και εμείς διαπραγματευόμαστε από θέση ισχύος», πρόσθεσε.
Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, η εκτίμηση αυτή μπορεί να είναι σωστή. Ωστόσο, η ασύμμετρη φύση της σύγκρουσης επιτρέπει στο Ιράν να αυξάνει το παγκόσμιο κόστος του πολέμου όσο εξακολουθεί να μπορεί να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Παράλληλα, η επιβίωση του καταπιεστικού ιρανικού καθεστώτος, παρά τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, του επιτρέπει να προβάλλει μια εικόνα αντοχής απέναντι στην παγκόσμια υπερδύναμη των ΗΠΑ.
Στο εσωτερικό της Αμερικής, ο πόλεμος εξακολουθεί να λειτουργεί ως βαρύ πολιτικό φορτίο για την κυβέρνηση Τραμπ. Νέα δημοσκόπηση των CBS News/YouGov αποτυπώνει τη σύγχυση που έχουν προκαλέσει τα αντιφατικά μηνύματα του προέδρου για τη σύγκρουση.
Μόλις το 31% των Αμερικανών δήλωσε ότι κατανοεί με σαφήνεια την κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ, μόνο το 40% θεωρεί ότι οι ΗΠΑ έχουν το πλεονέκτημα, ενώ το 76% πιστεύει ότι ο πόλεμος με το Ιράν αποδείχθηκε δυσκολότερος απ’ ό,τι ανέμενε η κυβέρνηση Τραμπ.
Ο Γουόλτς επέμεινε, πάντως, ότι η Ιστορία θα αναγνωρίσει τον βασικό στόχο του προέδρου: να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
«Μερικές φορές αυτό αποδεικνύεται δυσκολότερο απ’ ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί», δήλωσε στο NBC.
Εδώ και μήνες, ο Τραμπ προσπαθεί να εξαναγκάσει το Ιράν σε συνθηκολόγηση, χωρίς να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες στους χερσαίους πολέμους της Μέσης Ανατολής που ο ίδιος κατήγγειλε κατά την προεκλογική του εκστρατεία.
Η έως τώρα εμπειρία, όμως, δείχνει ότι ο πόλεμος ενδέχεται να μην μπορεί να κερδηθεί μέσα στα όρια που έχει επιβάλει ο ίδιος στην αμερικανική στρατιωτική δράση. Ένα ακόμη βήμα κλιμάκωσης μπορεί απλώς να τον οδηγήσει ξανά στο ίδιο δυσμενές δίλημμα.
Την ίδια στιγμή, δεν διακρίνεται κανένας προφανής δρόμος προς μια ειρηνευτική συμφωνία που θα ικανοποιεί τους στόχους των ΗΠΑ.
Είναι, σχεδόν κυριολεκτικά, ο ορισμός ενός πολέμου χωρίς διέξοδο.
Πηγή: skai.gr



































