Του Στέφανου Νικολαΐδη
Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη δεν είναι η ίδια. Ο πόλεμος κατέρριψε την πεποίθηση ότι η ήπειρος είχε οριστικά αφήσει πίσω της τις μεγάλες στρατιωτικές συγκρούσεις και αποκάλυψε τα όρια μιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας που στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιστροφή της ισχύος, των εξοπλισμών και της αποτροπής στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας σηματοδοτεί μια βαθιά ιστορική τομή.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αύξησε αμυντικές δαπάνες, επιτάχυνε κοινές προμήθειες και επιχείρησε να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία. Την ίδια στιγμή, όμως, η στρατηγική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον μετατοπίζεται προς την Κίνα, δημιουργώντας νέα ερωτήματα για το κατά πόσο Ευρώπη και Αμερική μοιράζονται ακόμη την ίδια αντίληψη απειλής – τον βασικό συνεκτικό ιστό κάθε συμμαχίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη σε φάση μετάβασης: πιο συνειδητοποιημένη, αλλά και πιο εκτεθειμένη· πιο ενωμένη στις διακηρύξεις, αλλά αντιμέτωπη με εσωτερικές διαφοροποιήσεις συμφερόντων. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας αλλάζει – αλλά αν θα μπορέσει να σταθεροποιηθεί σε μια νέα, πιο αυτόνομη ισορροπία.
Από την «ήπειρο της ειρήνης» στη ζώνη πολεμικής ετοιμότητας
Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν αναθεωρείται απλώς – μετασχηματίζεται ριζικά. Ο πόλεμος κατέρριψε θεμελιώδεις βεβαιότητες της μεταψυχροπολεμικής περιόδου και επανέφερε την έννοια της ισχύος στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής σκέψης.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και βουλευτής ΝΔ Άγγελος Συρίγος, κατέρρευσαν δύο σταθερές: η πεποίθηση ότι στην Ευρώπη δεν μπορεί να υπάρξει μακροχρόνιος πόλεμος και η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση λειτουργεί αποτρεπτικά. Η σύγκρουση που διανύει ήδη τον τέταρτο χρόνο της αποδόμησε την ιδέα μιας «μετα-ιστορικής» ηπείρου όπου η ισχύς είχε υποκατασταθεί από το εμπόριο και τη θεσμική συνεργασία.
Σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό ενωμένη απέναντι στη Μόσχα. Όπως τονίζει από την πλευρά του ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, η ΕΕ «στάθηκε απέναντι στη Ρωσία», παρά τις παραφωνίες κρατών όπως η Ουγγαρία.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν είναι απολύτως συμπαγής. Κατά τον κ. Συρίγο, η συνοχή είναι «σε μεγάλο βαθμό στα χαρτιά». Η ενεργειακή εξάρτηση και οι εθνικοί υπολογισμοί οδήγησαν αρκετές χώρες σε πιο επιφυλακτική στάση ως προς τη διακοπή ρωσικών ενεργειακών ροών. Το ζήτημα δεν είναι μόνο θεσμικό, αλλά βαθιά πολιτικό: διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και διαφορετικοί βαθμοί εξάρτησης παράγουν διαφορετικές αντιλήψεις απειλής.
Η κρίση ανέδειξε, επομένως, ότι η ευρωπαϊκή ενότητα δεν είναι αυτονόητη· είναι προϊόν διαρκούς διαπραγμάτευσης μεταξύ αξιών και συμφερόντων.
Κατάρρευση του μεταψυχροπολεμικού μοντέλου
Κοινό σημείο και των δύο αναλυτών είναι ότι το μεταψυχροπολεμικό σύστημα ασφάλειας έχει καταρρεύσει. Η συζήτηση του 1997 για ενδεχόμενη ένταξη της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ μοιάζει σήμερα ιστορικά μακρινή. Η Ρωσία έχει επανεμφανιστεί ως άμεση απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια – μια πραγματικότητα που ελάχιστοι προέβλεπαν πριν από το 2022.
Ωστόσο, ο κ. Δεσποτόπουλος εισάγει μια κρίσιμη διάσταση: η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας παραμένει δομικά εξαρτημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ΕΕ δεν διαθέτει πλήρως αυτόνομο σύστημα αποτροπής και στρατηγικής διοίκησης. Και εδώ εντοπίζεται ένα βαθύτερο ζήτημα: οι ΗΠΑ βλέπουν ως κύρια στρατηγική πρόκληση την Κίνα, όχι τη Ρωσία.
Η διαφορά αυτή προτεραιοτήτων δημιουργεί ένα ρήγμα εντός της Δύσης. Όπως επισημαίνει, «ο κοινός εχθρός καθορίζει τις συμμαχίες» – και σήμερα Ευρώπη και Αμερική δεν αξιολογούν τις απειλές με τον ίδιο τρόπο.
Η απάντηση της Ευρώπης υπήρξε διττή: αύξηση αμυντικών δαπανών και δημιουργία νέων εργαλείων κοινών προμηθειών, όπως το SAFE. Η Ένωση μετατοπίστηκε από μια ζώνη που θεωρούσε δεδομένη την ειρήνη, σε μια κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας. Αναπτύσσεται πλέον μια πιο βιομηχανική διάσταση της άμυνας, με στόχο τη σταδιακή ενίσχυση της στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Ο κ. Δεσποτόπουλος μιλά για «αφύπνιση» της Ευρώπης. Ο κ. Συρίγος, από την πλευρά του, διαπιστώνει ότι η Ρωσία, παρά την επιθετικότητά της, δεν κατόρθωσε να επιβάλει ταχύτατη στρατιωτική επικράτηση, γεγονός που θέτει ερωτήματα για τη συνολική της ισχύ. Η εικόνα μιας αδιαμφισβήτητης μεγάλης δύναμης έχει τρωθεί.
Και οι δύο εκτιμούν ότι κάποια μορφή τερματισμού του πολέμου θα προκύψει πιθανώς εντός του 2026. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις διαφέρουν ως προς τη δυναμική. Ο κ. Συρίγος θεωρεί ότι η σύγκρουση έχει φτάσει σε οριακό σημείο και ότι και οι δύο πλευρές επιθυμούν ειρήνευση. Ο κ. Δεσποτόπουλος εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός, βλέποντας έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς χωρίς άμεση διπλωματική διέξοδο.
Κοινός παρονομαστής είναι η αβεβαιότητα για τη μορφή της επόμενης ημέρας. Το ενδεχόμενο μιας κατάστασης που θα θυμίζει «παγωμένη σύγκρουση» -ακόμη και ενός «δεύτερου Κυπριακού» στην ευρωπαϊκή ήπειρο– δεν αποκλείεται. Μια Ουκρανία υπό διαμόρφωση, με εδάφη υπό κατοχή και διαρκή στρατηγική ένταση, θα αποτελέσει μόνιμη πρόκληση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο και τη δυτική ενότητα απέναντι στον σοβιετικό κίνδυνο, στη μονοκρατορία των ΗΠΑ, και τώρα σε μια μεταβατική περίοδο πολλαπλών ισορροπιών, η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της. Δεν βρίσκεται πλέον σε συνθήκες ιστορικής άνεσης. Αντιθέτως, δοκιμάζεται σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική επιστρέφει ως καθοριστικός παράγοντας.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ενισχύσει την άμυνά της, αλλά αν θα αποκτήσει κοινή στρατηγική αντίληψη για το τι συνιστά απειλή και πώς αντιμετωπίζεται. Διότι, όπως προκύπτει από τις αναλύσεις, η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν θα κριθεί μόνο από τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά από το αν η Ευρώπη θα καταφέρει να μετατρέψει την ουκρανική κρίση σε αφετηρία γεωπολιτικής ωρίμανσης.
Πηγή: skai.gr
















