
toggle
- Το Μεσόβουνο Κοζάνης έζησε δύο φορές τη ναζιστική φρίκη κατά την Κατοχή στην Ελλάδα, μία μοναδική περίπτωση.
- Στις 23 Οκτωβρίου 1941, γερμανικές δυνάμεις υπό την καθοδήγηση τοπικών συνεργατών και του Νομάρχη, εκτέλεσαν εν ψυχρώ 157 άνδρες, ανάμεσά τους και τον γραμματέα της κοινότητας, και στη συνέχεια πυρπόλησαν τα σπίτια του χωριού.
- Τα γυναικόπαιδα εκδιώχθηκαν στις γύρω περιοχές μετά τη σφαγή.
Το Μεσόβουνο Κοζάνης έζησε δύο φορές τη ναζιστική φρίκη: στις 23 Οκτωβρίου του 1941 και στις 22 Απριλίου του 1944. Μια μοναδική περίπτωση στην ιστορία της ναζιστικής Κατοχής στην Ελλάδα.Ρεπορτάζ DW
Στις 23 Οκτωβρίου 1941, στο Μεσόβουνο η ναζιστική αγριότητα εκδηλώθηκε με πρωτοφανή μανία. Με την καθοδήγηση τοπικών συνεργατών και του τότε Νομάρχη, οι γερμανικές δυνάμεις περικύκλωσαν το χωριό και εκτέλεσαν εν ψυχρώ 157 άνδρες, ανάμεσά τους και τον γραμματέα της κοινότητας που αρνήθηκε να προδώσει τους συγχωριανούς του, ενώ στη συνέχεια πυρπόλησαν τα σπίτια εκδιώκοντας τα γυναικόπαιδα στις γύρω περιοχές.
Η δεύτερη σφαγή στις 22 Απριλίου του 1944
«Όταν έγινε το κακό ήμουνα με τη μαμά μου, τα τρία αδέρφια μου και γειτόνισσες. Ένας Γερμανός μας πήρε από το σπίτι, μας μάζεψε στην εκκλησία και στη συνέχεια στο γήπεδο. Εκεί είπε: «Βουνό, μπαμ-μπουμ. Κομνηνά», λέει μιλώντας στην Deutsche Welle ο 87χρονος Κωνσταντίνος Παραστατίδης.
«Τους είδα που πυροβόλησαν τρεις γυναίκες που βρίσκονταν κοντά μας. Μία από αυτές φορούσε χλαίνη και την πέρασαν για αντάρτισσα.», αναφέρει. Από πάνω έβλεπε τα σπίτια να καίγονται στο χωριό κι οι Γερμανοί γελούσαν. Κατά την παραμονή του στο κοντινό χωριό των Κομνηνών εκδόθηκε διαταγή. «Όποιος φιλοξενούσε Μεσoβουνιώτες θα του καίγανε το σπίτι. Οι συγγενείς μας φοβήθηκαν και δεν μπορούσαν να μας κρατήσουν. Μέσω Πτολεμαΐδας, ανεβήκαμε στο τρένο και καταλήξαμε στο Ριζάρι Εδέσσης».
Ο πατέρας του είχε ήδη σκοτωθεί από τους Γερμανούς το 1941. Ο ίδιος αποδίδει αυτή τη βιαιότητα στη δράση των ανταρτών στην περιοχή, που είχαν σκοτώσει τον διορισμένο από τους Γερμανούς πρόεδρο του χωριού. Οι κατοχικές δυνάμεις που αποτελούνταν από άνδρες των SS και της Βέρμαχτ, μουσουλμάνους εθελοντές, Τατάρους, Τουρκμένιους και Έλληνες ένοπλους συνεργάτες των Ναζί του λεγόμενου Εθελοντικού Σώματος του Γεωργίου Πούλου, ισοπέδωσαν το χωριό σκοτώνοντας 108 αμάχους.
«Πολλοί ήταν αθώοι άνθρωποι που τους πήραν από τα κρεβάτια τους χωρίς να έχουν όπλα», τονίζει. Πικραίνεται που οι άνθρωποι δεν διδάσκονται από την Ιστορία και επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. «Να μη ζήσει κανείς ξανά τέτοιο κακό», λέει χαρακτηριστικά.
«Ο μπαμπάς μου δεν έχει παπούτσια»
«Ήρθαν, περικύκλωσαν όλο το χωριό. Πήραν τον μπαμπά μου με τις πιτζάμες, δίχως παπούτσια. Κι εγώ μωρό, σηκώθηκα, παίρνω τα παπούτσια του μπαμπά μου, καρύδια και ψωμί να του τα πάω. Πάω εκεί πέρα και όταν με είδαν όλοι εκεί τρόμαξαν. “Εσύ πώς ήρθες; Τι είναι αυτά;” με ρώτησαν. “Ο μπαμπάς μου δεν έχει παπούτσια”, απάντησα. “Φύγε. Δεν βλέπεις τα πολυβόλα, θα μας σκοτώσουν όλους” μου απάντησαν οι συγχωριανοί μου», περιγράφει για τα γεγονότα της 22ης Απριλίου 1944 η 93χρονη Μάγδα Καραγιαννίδου.
«Η χαράδρα γέμισε με σκοτωμένους. Σκότωναν και τα ζώα. Μια στιγμή που καθίσαμε να φάμε ένα κομμάτι ψωμί άκουσα τα πολυβόλα. Έκανα την κοιμισμένη για να γλιτώσω». Μετά από πολλές περιπέτειες βρέθηκε ορφανή στη Νάουσα, όπου ζητιανεύοντας, για καλή της τύχη την περιμάζεψε μια οικογένεια. Εν συνεχεία κατατάχτηκε χωρίς τη θέλησή της στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, από όπου μια μέρα αυτομόλησε διασχίζοντας με μια συντρόφισσά της τον Αλιάκμονα.
«Με συνέλαβαν και με πήγαν στον Εθνικό Στρατό. Θέλανε να με πάνε στις Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης. Εκεί τους είπα: Δε θέλω ούτε στο Αντάρτικο ούτε στη Βασίλισσα. Να με γυρίσετε στη Νάουσα». Η ζωή της επιφύλασσε να μεταβεί στη Στουτγκάρδη ως οικονομική μετανάστρια μαζί με τον σύζυγό της. «Στην αρχή αισθανόμουν περίεργα, αλλά με τη δουλειά και την καθημερινότητα ξεχνιόμουν. Οι Γερμανοί δεν κάνανε καθόλου κουβέντες για το κακό παρελθόν».
Οι πολεμικές αποζημιώσεις συζητιούνται έντονα στο χωριό. «Το γερμανικό κράτος θα ήταν καλό να βοηθήσει το χωριό εμπράκτως με κάποιον τρόπο να απαλύνει αυτόν το διαχρονικό πόνο», τονίζει η κόρη της, Μάρθα Λογδανίδου.
Η Αντίσταση και η διαχείριση της μνήμης
«Οι πρόσφυγες του ’22 έφεραν μια σαφή αντιμοναρχική ταυτότητα και ριζοσπαστικοποιήθηκαν λόγω της εχθρότητας των γηγενών και της πίεσης των τσιφλικάδων. Την περίοδο του Μεσοπολέμου η πλειονότητα των αγροτών προσφύγων στη Μακεδονία θα εκφραστεί μέσω του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας», εξηγεί στην Deutsche Welle o ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης.
Οι εστίες της Αντίστασης ξεκινούν από παλιούς κομμουνιστές που δραπέτευσαν από τους τόπους της εξορίας, είτε από φιλελεύθερους απότακτους αξιωματικούς, κυρίως του κινήματος του ΄35 είτε από στρατιώτες και αξιωματικούς που επέστρεψαν από το αλβανικό μέτωπο.
«Αυτοί δημιούργησαν τις πρώτες αντιστασιακές κοινότητες, που στοχοποιήθηκαν όχι μόνο από τους Ναζί, αλλά και από τον προπολεμικό κρατικό μηχανισμό που τέθηκε στην υπηρεσία του κατακτητή. Η στοχοποίηση στο Μεσόβουνο δεν ήταν τυχαία. Οι κάτοικοι, πρόσφυγες με έντονη δημοκρατική και αντιστασιακή ταυτότητα, είχαν ήδη αναπτύξει ένοπλη δράση κατά των κατακτητών».
Γιατί η ιστορία του Μεσόβουνου δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστή; «Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου οι συνεργάτες των κατακτητών δεν πλήρωσαν. Αντιθέτως, το 1949 αναγνωρίστηκαν και ως εθνική αντίσταση. Έτσι η ιστορία της Αντίστασης μέσα στην Κατοχή έπαιξε έναν δευτερεύοντα ρόλο και δόθηκε έμφαση στις αντιθέσεις του Εμφυλίου», παρατηρεί.
Ο Έλληνας ιστορικός απορρίπτει την αντίληψη ότι η δράση των ανταρτών ευθυνόταν για τα αντίποινα. «Oι κεντρικές οδηγίες της Βέρμαχτ για τα αντίποινα ήταν συγκεκριμένη. Για κάθε Γερμανό νεκρό στρατιώτη θα πρέπει να εκτελούνται 50 άμαχοι, κατά προτίμηση κομμουνιστές. Όλους τους αντιστασιακούς τους ονόμαζαν κομμουνιστές. Συχνά δεν προσμετρούμε το διεθνές πλαίσιο. Η επίσημη ελληνική κυβέρνηση ήταν στη Μέση Ανατολή, όπως και ελληνικά στρατεύματα, Η εντολή των συμμάχων ήταν να δημιουργηθούν ανταρτικές ομάδες. Αν δεν το δούμε αυτό, φυσικά ενοχοποιούμε επιτόπου τις αντάρτικες ομάδες. Βέβαια, η ανάπτυξη των αντιστασιακών οργανώσεων έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να έχουμε ακόμα πιο έντονες εκδοχές της Κατοχής».
Για τον ίδιο οι Γερμανοί κουβαλούν μια ιστορική ευθύνη απέναντι στην Ελλάδα όχι μόνο για τα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και για όσα έγιναν στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ουσιαστικά ήλεγχαν τον νεοτουρκικό στρατό που πραγματοποίησε τις γενοκτονίες Ελλήνων και Αρμενίων.
Πώς διαχειριζόμαστε τη μνήμη; «Στην Ελλάδα έχουμε μια μεγάλη αναστολή να μιλήσουμε για σκληρές στιγμές της ιστορίας μας με τρόπο παιδαγωγικό, ώστε όλα αυτά να γίνουν πηγή μόρφωσης και κατανόησης και όχι διαίρεσης και καλλιέργειας μίσους. Λείπει η πολιτική βούληση».
Πηγή: Deutsche Welle
































