
Οι πιθανότητες επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης μειώνονται σημαντικά μετά την ηλικία των 49 ετών, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται ωάρια από νεότερη δότρια, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Στη μελέτη συμμετείχαν 1.774 γυναίκες, με τα αποτελέσματα να δείχνουν ότι όσες ήταν 49 ετών και άνω είχαν διπλάσιο κίνδυνο αποβολής σε σχέση με τις γυναίκες ηλικίας 35 έως 40 ετών. Παράλληλα, παρουσίαζαν και σημαντικά χαμηλότερες πιθανότητες να μείνουν έγκυες.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η εξήγηση βρίσκεται στις αλλαγές που προκαλεί η ηλικία στο ενδομήτριο, δηλαδή στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας όπου εμφυτεύεται το γονιμοποιημένο ωάριο. Όπως επισημαίνουν, στο μέλλον ίσως καταστεί εφικτό να προβλέπονται, να προλαμβάνονται ή ακόμη και να αντιμετωπίζονται οι αλλαγές αυτές.
Η επικεφαλής της μελέτης, δρ Μπεατρίς Κρεστάνι από ιταλικό ιατρικό κέντρο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ανέφερε ότι μέχρι σήμερα η αναπαραγωγική γήρανση θεωρούνταν κυρίως πρόβλημα των ωοθηκών.
«Πιστεύαμε ότι αντικαθιστώντας τα ηλικιωμένα ωάρια με νεότερα από δότρια, “επαναφέρουμε” το βιολογικό ρολόι της γονιμότητας. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη», δήλωσε.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι γυναίκες ηλικίας 35-40 ετών είχαν πιθανότητα εγκυμοσύνης 54% μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση με ωάρια δότριας. Το ποσοστό αυτό μειωνόταν στο 43% στις γυναίκες ηλικίας 49 ετών και άνω.
Παράλληλα, τα ποσοστά επιτυχούς γέννησης ζωντανού νεογνού υποχώρησαν από 46% σε 32%, ενώ ο κίνδυνος αποβολής αυξήθηκε από 24% σε 38%.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι, παρότι το πάχος του ενδομητρίου παρέμενε παρόμοιο μεταξύ των ηλικιακών ομάδων, η ποιότητά του επιδεινωνόταν όσο αυξανόταν η ηλικία της γυναίκας, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάζει την εμφύτευση και την εξέλιξη της εγκυμοσύνης.
Η δρ Κρεστάνι υπογράμμισε ότι τα ευρήματα δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας από το να προσπαθήσουν να αποκτήσουν παιδί με δωρεά ωαρίων.
«Τα ποσοστά επιτυχίας εξακολουθούν να είναι σημαντικά ακόμη και σε προχωρημένη αναπαραγωγική ηλικία. Ωστόσο, οι γυναίκες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα ωάρια δότριας δεν μπορούν να εξαλείψουν πλήρως τις επιπτώσεις της αναπαραγωγικής γήρανσης, ιδιαίτερα μετά την ηλικία των 49 ετών», σημείωσε.
Η μελέτη έδειξε ακόμη ότι, όταν μεταφέρθηκαν όλα τα διαθέσιμα έμβρυα, το συνολικό ποσοστό επιτυχούς γέννησης έφτασε περίπου στο 80% για τις γυναίκες ηλικίας 35-40 ετών και στο 62,5% για όσες ήταν 49 ετών και άνω.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η κατάσταση της μήτρας και των ωοθηκών διαφέρει σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα και ότι η ηλικία δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που καθορίζει την επιτυχία της θεραπείας.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει ανώτατο νόμιμο όριο ηλικίας για την εξωσωματική γονιμοποίηση, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου το ανώτατο όριο έχει οριστεί στα 54 έτη. Ωστόσο, οι βρετανικές ιδιωτικές κλινικές υποχρεούνται να αξιολογούν τόσο την ασφάλεια της εγκυμοσύνης όσο και την ευημερία του παιδιού που θα γεννηθεί.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο καθηγητής Μπόρουτ Κόβατσιτς, εκλεγμένος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας (ESHRE), ανέφερε ότι η έρευνα προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τη σχέση μεταξύ του εμβρύου και του ενδομητρίου κατά την εμφύτευση, ενώ αποτελεί πολύτιμη βάση για μελλοντικές μελέτες σχετικά με τη γήρανση της μήτρας.
Από την πλευρά του, ο δρ Ιπποκράτης Σαρρής, εκλεγμένος πρόεδρος της Βρετανικής Εταιρείας Γονιμότητας, τόνισε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα, επισημαίνοντας πως οι εγκυμοσύνες σε μεγαλύτερες ηλικίες ενδέχεται να συνοδεύονται από αυξημένους κινδύνους. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, τα ζευγάρια θα πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη ιατρικό έλεγχο και να λαμβάνουν αναλυτική συμβουλευτική πριν ξεκινήσουν θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας (ESHRE) και δημοσιεύθηκαν σε επιστημονικό ιατρικό περιοδικό.
Πηγή: skai.gr





































