Ο απεσταλμένος του ΣΚΑΪ, Σταύρος Ιωαννίδης, βρίσκεται στο Ισραήλ από τα τέλη Φεβρουαρίου. Έφτασε αμέσως μόλις ξεκίνησε ο πόλεμος και παραμένει ακόμη, εδώ και πάνω από δύο μήνες, στην καρδιά μιας χώρας όπου η έννοια της «πρώτης γραμμής» δεν είναι σταθερή.
Πώς είναι να ζεις και να εργάζεσαι σε ένα περιβάλλον όπου η καθημερινότητα μπορεί να διακοπεί μέσα σε δευτερόλεπτα; Όπου μια απλή μετακίνηση στην πόλη προϋποθέτει να ξέρεις ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται το πλησιέστερο καταφύγιο; Και όπου ο χρόνος αντίδρασης δεν μετριέται σε λεπτά, αλλά σε 7, 10 ή 12 δευτερόλεπτα;
Στο βόρειο Ισραήλ, η απειλή από τη Χεζμπολάχ αφήνει ελάχιστο περιθώριο αντίδρασης. Στο Τελ Αβίβ, οι προειδοποιήσεις δίνουν λίγα λεπτά. Κοντά στη Γάζα, μερικά δευτερόλεπτα αρκούν για να αλλάξουν τα πάντα. Και αυτή η διαφορά χρόνου δεν είναι θεωρητική. Είναι η απόσταση ανάμεσα στην καθημερινότητα και την επιβίωση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ζωή στη χώρα κινείται γύρω από έναν μηχανισμό μόνιμης ετοιμότητας. Σχολεία κλείνουν, επιχειρήσεις υπολειτουργούν ή μεταφέρονται σε καθεστώς τηλεργασίας.
«Από τη στιγμή που ηχήσει η σειρήνα, δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη», περιγράφει ο δημοσιογράφος, σε συνέντευξή του στο skai.gr.
Οι πολίτες, όπως εξηγεί, έχουν μάθει να ζουν με τη διαρκή πιθανότητα ενός συναγερμού. Οι μετακινήσεις σχεδιάζονται με βάση τις αποστάσεις από ασφαλή σημεία. Υπόγεια δωμάτια σε σπίτια, προστατευμένοι χώροι σε καταστήματα, ακόμη και υπέργειες κατασκευές στους δρόμους συνθέτουν ένα δίκτυο επιβίωσης που ενεργοποιείται μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης στέλνουν πρώτα μηνύματα στα κινητά και στη συνέχεια ενεργοποιούν τις σειρήνες, δίνοντας από λίγα λεπτά μέχρι λίγα δευτερόλεπτα προετοιμασίας, ανάλογα με την περιοχή και την απειλή.
Για τον ίδιο και την ομάδα του, η αποστολή σημαίνει συνεχή προσαρμογή. Δεν υπάρχει διαχωρισμός μέρας και νύχτας.
«Σε μια πολεμική αποστολή δεν υπάρχει ωράριο. Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα», λέει ο ίδιος.
Υπάρχει μόνο ροή γεγονότων και η ανάγκη να βρεθείς εκεί όπου συμβαίνουν, με ταυτόχρονη προτεραιότητα την ασφάλεια. «Πολλές φορές πρέπει να επιλέξεις διαδρομές, να έχεις εναλλακτικά σχέδια, να ξέρεις πού μπορείς να κινηθείς αν αλλάξει η κατάσταση μέσα σε λίγα λεπτά», λέει.
Για τους ανθρώπους που ζουν εκεί, η απειλή δεν είναι αφηρημένη. Είναι καθημερινή πρακτική: ο ήχος της σειρήνας, το τρέξιμο προς το καταφύγιο, η αναμονή μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Και μετά, η προσπάθεια να συνεχιστεί η ζωή σαν να μην συνέβη τίποτα.
Για τον ίδιο τον δημοσιογράφο, η αποστολή είναι ταυτόχρονα επαγγελματική και υπαρξιακή δοκιμασία: να καταγράφεις τον φόβο χωρίς να τον αφήνεις να σε καταπιεί. Να μεταφέρεις την εικόνα χωρίς να χάνεις την ψυχραιμία σου μέσα σε αυτήν.
«Θέλει διαχείριση. Να κρατάμε τις δυνάμεις μας. Να έχουμε καθαρό μυαλό. Ώστε να μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας και ταυτόχρονα να μπορούμε να παίρνουμε τις σωστές αποφάσεις.»
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, υπήρξαν και στιγμές που έμοιαζαν σχεδόν παράταιρες. Το φετινό Πάσχα τον βρήκε στην Ιερουσαλήμ, εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων και διαρκούς συναγερμού. Στον Ναό της Αναστάσεως, στον Πανάγιο Τάφο, παρακολούθησε την τελετή της Αφής του Αγίου Φωτός, σε μια ατμόσφαιρα βαριά, με την παρουσία ισχυρών μέτρων ασφαλείας και έναν κόσμο πιο μαζεμένο, πιο σιωπηλό από άλλες χρονιές.
«Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση», λέει. «Βρεθήκαμε εκεί που χτυπάει η καρδιά της Ορθόδοξης πίστης, αλλά ταυτόχρονα μέσα σε συνθήκες πολέμου. Ήταν κάτι ξεχωριστό».
Και όσο η αποστολή συνεχίζεται, το μυαλό πηγαίνει και στην επιστροφή. Όχι, ως απόδραση, αλλά ως επιστροφή στην κανονικότητα που για μήνες μοιάζει μακρινή.
«Αυτό που θα ήθελα όταν γυρίσω στην Ελλάδα είναι μια απλή βόλτα, χωρίς να σκέφτομαι πού είναι το πλησιέστερο καταφύγιο», λέει. «Να περπατήσω χωρίς να χρειάζεται να κοιτάω ψηλά κάθε λίγο και λιγάκι.»
Και μετά, πιο απλά: χρόνος με την οικογένεια και τους φίλους του. Και οι κιθάρες του, που όπως λέει, του έχουν λείψει.
Πηγή: skai.gr



































