
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) επέστρεψε, όπως ήταν αναμενόμενο, από τη σύνοδό του με τον Κινέζο ηγέτη, Σι Τζινπίνγκ, χωρίς να έχει εξασφαλίσει βοήθεια για το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ. Τώρα ο Τραμπ πρέπει να βρει τρόπο να απεμπλακεί από έναν πόλεμο που είχε παρουσιάσει ως υπόθεση «τεσσάρων έως πέντε εβδομάδων», αλλά έχει ήδη μπει στον τρίτο μήνα του. Πολλοί «στρατηγοί του καναπέ» τον προτρέπουν να «τελειώσει τη δουλειά» επιστρέφοντας στους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν. Όμως τα γεράκια της Ουάσιγκτον υπερεκτιμούν το τι μπορεί να πετύχει η αμερικανική αεροπορική ισχύς και υποτιμούν το τι μπορεί να κάνει το Ιράν ως αντίποινα.
Μετά τα εξαιρετικά απογοητευτικά αποτελέσματα των 38 ημερών ισραηλινο-αμερικανικών βομβαρδισμών, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι περισσότερο θα μπορούσε να επιτευχθεί. Την περασμένη εβδομάδα, στην κατάθεσή του στη Γερουσία, ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, παρουσίασε την επιχείρηση “Epic Fury” με τον πιο ευνοϊκό τρόπο, υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις του «διέλυσαν συστηματικά ό,τι έχτιζε το Ιράν επί τέσσερις δεκαετίες με κόστος δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων» και ότι «κατέστρεψαν ή έπληξαν πάνω από το 85% της βιομηχανικής βάσης βαλλιστικών πυραύλων, drones και ναυτικής άμυνας του Ιράν».
Οι προσεκτικά διατυπωμένοι ισχυρισμοί του Κούπερ («έπληξαν» δεν σημαίνει απαραίτητα «κατέστρεψαν») πρέπει να αντιμετωπιστούν με υγιή σκεπτικισμό. Από τον πόλεμο του Βιετνάμ έως τον πόλεμο στο Ιράκ, ο αμερικανικός στρατός έχει την τάση να υπερβάλλει για τα επιτεύγματά του στο πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, το Ιράν διατηρεί ακόμη «περίπου το 70% των προπολεμικών αποθεμάτων πυραύλων του». Οι New York Times είχαν αναφέρει νωρίτερα ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει το 40% του οπλοστασίου drones της. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ έχουν ήδη καταναλώσει μεγάλο μέρος των αντιαεροπορικών και πυραυλικών αποθεμάτων τους.
Ας φανταστούμε λοιπόν τι θα συμβεί αν ο Τραμπ αποφασίσει να ξαναρχίσει τις αεροπορικές επιδρομές και να τις επεκτείνει ίσως και σε ιρανικά εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας και γέφυρες, όπως έχει απειλήσει. Το Ιράν σχεδόν σίγουρα θα απαντούσε χτυπώντας ενεργειακές εγκαταστάσεις και ακόμη και μονάδες αφαλάτωσης σε ολόκληρη την περιοχή. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια ανθρωπιστική και οικονομική καταστροφή που θα έκανε όσα έχουν συμβεί μέχρι τώρα με τις τιμές του πετρελαίου να έχουν αυξηθεί περίπου κατά 50% από την έναρξη της σύγκρουσης να μοιάζουν ασήμαντα.
Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι η εξόντωση περισσότερων Ιρανών ηγετών, όπως προτείνουν ορισμένα γεράκια, θα έκανε το καθεστώς πιο διαλλακτικό. Η στρατηγική αυτή έχει ήδη αποτύχει: με τη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και άλλων ανώτερων αξιωματούχων, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έφεραν στην εξουσία μια ομάδα σκληροπυρηνικών στρατηγών των Φρουρών της Επανάστασης, οι οποίοι δεν έχουν καμία διάθεση συμβιβασμού.
Τι γίνεται με τη χρήση χερσαίων δυνάμεων; Αυτή η επιλογή πλέον σχεδόν δεν συζητείται, αλλά τον Μάρτιο υπήρχε αρκετή φλυαρία σχετικά με την κατάληψη του νησιού Χαργκ, του βασικού κόμβου εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν, ή των περίπου 1.000 λιβρών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου της χώρας. Ο Τραμπ είχε ζητήσει ακόμη και στρατιωτικά σχέδια για την κατάληψη αυτού που αποκαλεί «πυρηνική σκόνη». Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε εκατοντάδες ή και χιλιάδες στρατιώτες επί εβδομάδες μέσα σε εχθρικό έδαφος. Υπάρχει σοβαρός λόγος που ο Τραμπ δεν έχει διατάξει μέχρι σήμερα τη Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων των ΗΠΑ να αναλάβει μια αποστολή που θα ήταν ίσως η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη στην ιστορία της.
Η κατάληψη του νησιού Χαργκ θα ήταν ευκολότερη, αλλά και πάλι τι θα ακολουθούσε; Χιλιάδες πεζοναύτες εγκλωβισμένοι σε ένα μικρό νησί μόλις 15 μίλια από τις ιρανικές ακτές θα αποτελούσαν ιδανικούς στόχους για ιρανικές επιθέσεις, ενώ δεν είναι σαφές τι ακριβώς θα μπορούσαν να πετύχουν, δεδομένου ότι το Χαργκ απέχει 300 μίλια από το Στενό του Ορμούζ.
Αντί να προχωρήσει σε τέτοιες επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου, ο Τραμπ επέβαλε στις 13 Απριλίου ναυτικό αποκλεισμό στην ιρανική ναυσιπλοΐα, ελπίζοντας ότι θα γονάτιζε την ιρανική οικονομία και θα ανάγκαζε την Τεχεράνη να άρει τον δικό της αποκλεισμό στο Ορμούζ. Όμως ούτε αυτό φαίνεται να αποδίδει. Η Washington Post αναφέρει, επικαλούμενη εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, ότι θα χρειάζονταν τουλάχιστον τρεις έως τέσσερις μήνες μέχρι να εμφανιστούν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Και ακόμη κι έτσι, ένα καθεστώς που ήταν πρόθυμο να σκοτώσει δεκάδες χιλιάδες πολίτες του για να διατηρηθεί στην εξουσία δύσκολα θα υποχωρούσε. Η Κούβα, η Βόρεια Κορέα και το ίδιο το Ιράν έχουν αντέξει δεκαετίες αμερικανικών κυρώσεων παρά τη φτωχοποίηση των κοινωνιών τους.
Στο μεταξύ, κάθε μέρα που παραμένουν σε ισχύ οι δύο αποκλεισμοί, η παγκόσμια οικονομική ζημιά μεγαλώνει. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ ανέβηκε ήδη στο 3,8% σε ετήσια βάση, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών. Η καταστροφή έχει αποφευχθεί μέχρι στιγμής μόνο χάρη στα υπάρχοντα αποθέματα πετρελαίου, αλλά, όπως προειδοποίησε η Wall Street Journal την Παρασκευή, «ο κόσμος καταναλώνει γρήγορα το δίχτυ ασφαλείας του σε πετρέλαιο».
Αν ο Τραμπ χάσει την υπομονή του, θα μπορούσε να διατάξει το αμερικανικό ναυτικό να ανοίξει δια της βίας το Στενό του Ορμούζ. Όταν ρωτήθηκε ο απόστρατος ναύαρχος Τζέιμς Σταυρίδης, πρώην ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, τι θα απαιτούσε κάτι τέτοιο, απάντησε μέσω email: «Το άνοιγμα των Στενών με στρατιωτικά μέσα είναι δουλειά πλήρους απασχόλησης για ένα αεροπλανοφόρο με 80 αεροσκάφη του ναυτικού, δώδεκα καταδρομικά και αντιτορπιλικά με κατευθυνόμενους πυραύλους, μισή ντουζίνα ναρκαλιευτικά, πάνω από 75 αεροσκάφη της αμερικανικής αεροπορίας, 35 ελικόπτερα στρατού και πιθανότατα 5.000 έως 10.000 στρατιώτες κατά μήκος των ιρανικών ακτών. Ουφ».
Ακόμη και μια τόσο τεράστια αμερικανική στρατιωτική δέσμευση θα συνοδευόταν από σημαντικούς κινδύνους. Τα πλοία του αμερικανικού ναυτικού θα ήταν εκτεθειμένα σε ιρανικές επιθέσεις μέσα σε στενά ύδατα, με ελάχιστο χρόνο αντίδρασης, ενώ ακόμη και ένα μόνο ιρανικό drone που θα έπληττε ένα δεξαμενόπλοιο θα μπορούσε να τινάξει ολόκληρη την επιχείρηση στον αέρα.
Με λίγα λόγια, ο Τραμπ θα ήταν σοφό να αγνοήσει τις πολεμοχαρείς συμβουλές που ακούει και να προσπαθήσει όσο περισσότερο μπορεί να καταλήξει σε συμφωνία με την Τεχεράνη. Θα έπρεπε να εξετάσει μια συμφωνία τύπου «άνοιγμα για άνοιγμα», όπου και οι δύο πλευρές θα ήραν τους αποκλεισμούς τους. Αυτό θα αγόραζε χρόνο για μακρές διαπραγματεύσεις σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Αν το Ιράν επιμείνει να επιβάλλει διόδια στα πλοία που διέρχονται από το Ορμούζ, αυτό θα αποτελούσε απαράδεκτη παραβίαση της αρχής της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας που οι ΗΠΑ υπερασπίζονται από τον 18ο αιώνα. Σε αυτή την περίπτωση, ο Τραμπ ίσως να μην έχει άλλη επιλογή παρά να διατάξει το ναυτικό να προσπαθήσει να ανοίξει τα στενά με τη βία, δηλαδή να τα επαναφέρει στην προπολεμική κατάσταση.
Αυτό όμως είναι το χειρότερο δυνατό σενάριο, και οι διπλωμάτες θα πρέπει να κάνουν τα πάντα για να το αποφύγουν, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει παραχωρήσεις στο πυρηνικό ζήτημα, όπως το να επιτραπεί στο Ιράν να διατηρήσει περιορισμένη δυνατότητα χαμηλού επιπέδου εμπλουτισμού ουρανίου υπό διεθνή επιτήρηση.
Σε αντίθεση με όσα δήλωσε ο Τραμπ την Παρασκευή, δεν έχει πετύχει «μια απόλυτη στρατιωτική νίκη», ούτε είναι πιθανό να το πετύχει. Και όσο πιο γρήγορα το αναγνωρίσει αυτό, τόσο το καλύτερο.
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.































