
Κλιμακώνει o Ντόναλντ Τραμπ την προσπάθειά του να εκδικηθεί πολιτικά τους Ρεπουμπλικανούς που τον αμφισβήτησαν, στρατηγική που ενισχύει την κυριαρχία του στο κόμμα αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για το κόμμα του ενόψει των επόμενων εκλογών.
Το Σάββατο, ο Τραμπ συνέβαλε καθοριστικά στην ήττα του γερουσιαστή της Λουιζιάνα Μπιλ Κάσιντι στις ρεπουμπλικανικές προκριματικές εκλογές. Ο Κάσιντι είχε γίνει στόχος του πρώην προέδρου από το 2021, όταν ψήφισε υπέρ της καταδίκης του στη δεύτερη δίκη καθαίρεσης για την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου.
Τώρα, στρέφει την προσοχή του στον βουλευτή του Κεντάκι Τόμας Μάσι, έναν από τους λίγους Ρεπουμπλικανούς που συνεχίζουν να ασκούν ανοιχτή κριτική στις επιλογές του. Ο Μάσι έχει ταχθεί κατά του πολέμου με το Ιράν, ενώ συνυπέγραψε και νομοσχέδιο για τη δημοσιοποίηση των φακέλων Έπσταϊν.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας να ηττηθεί ο Μάσι στις προκριματικές της Τρίτης, ο Τραμπ στέλνει στο Κεντάκι ακόμη και τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη παρέμβαση, καθώς ο επικεφαλής του Πενταγώνου συμμετέχει ουσιαστικά σε εσωκομματική πολιτική εκστρατεία ενώ η χώρα βρίσκεται σε πολεμική κρίση.
Ο ίδιος ο Μάσι εμφανίζεται ατάραχος απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ. «Αντιδρούν έτσι επειδή προηγούμαι στις δημοσκοπήσεις και πανικοβάλλονται», δήλωσε στο ABC News. Παράλληλα, ο Τραμπ απείλησε να αποσύρει τη στήριξή του από τη βουλευτή του Κολοράντο Λόρεν Μπόουμπερτ επειδή έκανε προεκλογική εκστρατεία υπέρ του Μάσι.
Η ήττα του Κάσιντι προστίθεται σε μια μακρά λίστα Ρεπουμπλικανών που ουσιαστικά παραμερίστηκαν πολιτικά επειδή συγκρούστηκαν με τον Τραμπ, όπως η Λιζ Τσέινι και ο Μιτ Ρόμνεϊ. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά τη φθορά και τη χαμηλή δημοτικότητά του σε εθνικό επίπεδο, ο Τραμπ εξακολουθεί να κυριαρχεί στο εσωτερικό του κόμματος και να διατηρεί τεράστια επιρροή στη βάση των ψηφοφόρων του.
Προβληματισμός στους Ρεπουμπλικανούς
Ωστόσο, η τακτική αυτή προκαλεί ολοένα μεγαλύτερο προβληματισμό στους Ρεπουμπλικανούς, ιδιαίτερα ενόψει των δύσκολων ενδιάμεσων εκλογών. Πολλοί υποψήφιοι βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στην ανάγκη να προσεγγίσουν μετριοπαθείς και ανεξάρτητους ψηφοφόρους, που συχνά απορρίπτουν τον Τραμπ, και στον φόβο ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση μπορεί να προκαλέσει την οργή του ίδιου και της σκληρής βάσης του MAGA κινήματος.
Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να εκμεταλλευτούν πολιτικά την κατάσταση. Υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ απομακρύνει από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κάθε μετριοπαθή ή ανεξάρτητη φωνή, προωθώντας ολοένα πιο ακραίους υποψηφίους. Ο πρώην υπουργός Μεταφορών Πιτ Μπούτιτζιτζ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «άνθρωποι σαν τον Κάσιντι έχουν πλέον όλο και λιγότερη θέση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Τραμπ», προσθέτοντας ότι αυτό δημιουργεί σημαντικές πολιτικές ευκαιρίες για τους Δημοκρατικούς.
Εν τω μεταξύ οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο που η αμερικανική κοινωνία ανησυχεί έντονα για την οικονομία. Οι τιμές των καυσίμων παραμένουν υψηλές, ο πληθωρισμός κινείται ανοδικά και η κρίση με το Ιράν προκαλεί φόβους για νέες οικονομικές πιέσεις. Παρόλα αυτά, οι επικριτές του Τραμπ θεωρούν ότι ο ίδιος δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα σε προσωπικές πολιτικές βεντέτες και σε έργα συμβολικού χαρακτήρα παρά στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών.
Μετά την ήττα του, ο Κάσιντι εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά του πρώην προέδρου. «Η χώρα μας δεν αφορά ένα μόνο άτομο. Αφορά το Σύνταγμα και την ευημερία όλων των Αμερικανών», δήλωσε, προειδοποιώντας ότι όποιος χρησιμοποιεί την εξουσία για να ελέγχει και να τιμωρεί τους άλλους «δεν είναι κατάλληλος να ηγείται». Από την πλευρά του, ο Τραμπ πανηγύρισε δημόσια την πολιτική εξόντωση του Κάσιντι, γράφοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «η πολιτική του καριέρα τελείωσε».
Η μάχη στο Κεντάκι θεωρείται πλέον ένα ακόμη κρίσιμο τεστ της δύναμης του Τραμπ πάνω στη ρεπουμπλικανική βάση, αλλά και μια ένδειξη για το πόσο δύσκολο θα είναι για το Ρεπουμπλικανικό κόμμα να σχεδιάσει τη μετά-Τραμπ εποχή, όσο ο πρώην πρόεδρος συνεχίζει να απαιτεί απόλυτη πίστη από το κόμμα του.
Πηγή: skai.gr



































