toggle
- Το 2025 σημαδεύτηκε από την επανεκκίνηση της διπλωματίας για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, μέσα σε ένα σκηνικό έντονης αναδιάταξης συμμαχιών, μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
- Η προεκλογική ρητορική Τραμπ προανήγγειλε περίοδο εντατικής διπλωματίας και «σκληρού ρεαλισμού» απέναντι στη ρωσική εισβολή.
- Το πάγωμα της αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία αποτέλεσε καθοριστική καμπή.
- Η συγκρότηση της ευρωπαϊκής «Συμμαχίας των Προθύμων» αναδιαμόρφωσε το πλαίσιο στήριξης του Κιέβου και τη δυναμική της σύγκρουσης.
Της Εύας Πλιάκα
Τέσσερα χρόνια μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022, και παρά την εντατικοποίηση των διπλωματικών πρωτοβουλιών τον τελευταίο χρόνο, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να μαίνεται χωρίς να διαφαίνεται -τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον- μια βιώσιμη προοπτική τερματισμού του.
Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία πίστευε ότι θα καταλάμβανε το Κίεβο μέσα σε τρεις ημέρες, θα ανέτρεπε την κυβέρνηση Ζελένσκι εγκαθιστώντας ένα καθεστώς-μαριονέτα και θα γινόταν δεκτή από μέρος του πληθυσμού ως απελευθερωτική δύναμη. Αντί γι΄ αυτό, η σύγκρουση, που εισέρχεται πλέον στον πέμπτο χρόνο, έχει εξελιχθεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς.
Σε διεθνές επίπεδο, ωστόσο, το 2025 χαρακτηρίστηκε από την αναδιάταξη συμμαχιών που επέφερε η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) στον Λευκό Οίκο, με τη διπλωματία να επανέρχεται στο προσκήνιο με όρους πίεσης και σκληρών ανταλλαγμάτων.
Από το πάγωμα της αμερικανικής βοήθειας μέχρι τη συγκρότηση της ευρωπαϊκής «Συμμαχίας των Προθύμων», οι εξελίξεις διαδέχονταν η μία την άλλη, αναδιαμορφώνοντας το πλαίσιο της σύγκρουσης.
Έναν χρόνο μετά οι ελπίδες για το τέλος του πολέμου μέσω της διπλωματικής οδού παραμένουν περιορισμένες, καθώς οι δύο πλευρές προσέρχονται στο τραπέζι του διαλόγου με εκ διαμέτρου αντίθετες επιδιώξεις. Η Ουκρανία μάχεται για την εθνική της κυριαρχία, ενώ η Ρωσία επιδιώκει αναθεώρηση των συνόρων.
Η προεκλογική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ αποτέλεσε προοίμιο της «φρενήρους διπλωματίας» που θα ακολουθούσε, αλλά και του «σκληρού ρεαλισμού» με τον οποίο θα προσέγγιζε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε τοποθετηθεί ανοιχτά κατά της αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία, ασκώντας κριτική στον προκάτοχό του Τζο Μπάιντεν και υποσχόμενος ότι θα έβαζε τέλος στον πόλεμο με fast track διαδικασίες, ακόμη και πριν από την ορκωμοσία του. Η 20ή Ιανουαρίου 2025, ωστόσο, δεν σήμανε απλώς αλλαγή προσώπου στον Λευκό Οίκο, αλλά την πλήρη ανατροπή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το «για όσο χρειαστεί» της κυβέρνησης Μπάιντεν αντικαταστάθηκε από μια πιο συναλλακτική λογική, με επίκεντρο την άμεση επίτευξη συμφωνίας, που θα ικανοποιούσε την προσωποκεντρική αντίληψη του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Επικαλούμενος την καλή προσωπική του σχέση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Τραμπ διαβεβαίωνε ότι θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο μέσα σε 24 ώρες. Στην πορεία, ωστόσο, αναγκάστηκε να μετριάσει τις δεσμεύσεις του, για να παραδεχθεί τελικά ότι η διευθέτηση αποδεικνύεται πιο περίπλοκη από όσο είχε εκτιμήσει.
Η μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής
Η νέα αμερικανική στάση όλο αυτό το διάστημα εξέπεμπε συχνά αμφίσημα μηνύματα, καθώς άλλοτε εμφανιζόταν πιο διαλλακτική προς τη Μόσχα και άλλοτε πιο υποστηρικτική προς το Κίεβο. Στην πράξη, ωστόσο, ασκούσε και ασκεί μεγαλύτερη πίεση προς την Ουκρανία.
Το πρώτο απευθείας τηλεφώνημα του Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν αποτέλεσε σημείο καμπής. Για πολλούς, ήταν το πρώτο σαφές σημάδι ότι οι ΗΠΑ απομακρύνονταν από τη στρατηγική διεθνούς απομόνωσης της Ρωσίας που είχε ακολουθήσει η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν μαζί με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Το Κίεβο και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βρέθηκαν μπροστά σε ένα νέο τοπίο, όπου οι ισορροπίες αναδιαμορφώνονταν.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώθηκε άμεσα και σε επίπεδο δηλώσεων. Η αμερικανική πλευρά χαρακτήρισε την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ «μη ρεαλιστική» και την επιστροφή των κατεχόμενων από τη Ρωσία εδαφών «ουτοπική», προκαλώντας έντονο προβληματισμό στην Ευρώπη, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ φάνηκε να υιοθετεί θέσεις που ταυτίζονταν σε σημαντικό βαθμό με τη ρωσική ατζέντα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επαναπροσέγγισης, ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ και της Ρωσίας συναντήθηκαν πέρυσι τον Φεβρουάριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας για να συζητήσουν το μέλλον της Ουκρανίας, ερήμην της Ουκρανίας. Η συνάντηση σηματοδότησε την ουσιαστική επιστροφή της Ρωσίας στο διπλωματικό πεδίο, μετά από τρία χρόνια αμερικανικών προσπαθειών απομόνωσής της.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ άρχισε να εντείνει τη ρητορική πίεση προς την Ουκρανία. Ερωτηθείς εάν είχε κάποιο μήνυμα για τους Ουκρανούς που ίσως ένιωσαν προδομένοι ή απογοητευμένοι επειδή δεν είχαν θέση στις συνομιλίες, απάντησε ότι η Ουκρανία «θα μπορούσε να είχε κάνει μια συμφωνία» για να αποφύγει τον πόλεμο και ότι «δεν έπρεπε ποτέ να τον είχε ξεκινήσει». Παρουσιάζοντας τη σύγκρουση ως αποτέλεσμα «κακών χειρισμών» του Κιέβου και όχι ως απρόκλητη ρωσική εισβολή, έδινε το στίγμα μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στην ουκρανική ηγεσία.
Μάλιστα, προκειμένου να συνεχίσει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, ο Τραμπ ζήτησε από το Κίεβο να «αποζημιώσει» τις ΗΠΑ, απαιτώντας ως αντάλλαγμα πρόσβαση σε σπάνιες γαίες συνολικής αξίας 500 δισ. δολαρίων. Η απαίτηση αυτή κατέστησε σαφές ότι η αμερικανική στήριξη δεν θα παρέχεται πλέον άνευ όρων.
Μετά τη δημόσια αντιπαράθεσή του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο τον Φεβρουάριο, η Ουάσιγκτον πάγωσε κρίσιμη βοήθεια σε στρατιωτικό εξοπλισμό και πληροφορίες, προκαλώντας ανησυχία για την αντοχή της ουκρανικής άμυνας. Αν και η συνεργασία σε επίπεδο ροής πληροφοριών αποκαταστάθηκε σχετικά γρήγορα και ακολούθησε συμφωνία για την πώληση αμερικανικών όπλων σε συμμάχους του ΝΑΤΟ, μέσω του προγράμματος PURL (Prioritised Ukraine Requirements List), με τελικό αποδέκτη την Ουκρανία, ήταν σαφές ότι το βάρος της στήριξης της ουκρανικής άμυνας μετατοπιζόταν πλέον στους ώμους της Ευρώπης.
[embedded content]
Η Ευρώπη μπροστά σε νέες ισορροπίες
Με το διακύβευμα να αφορά τη συνολική αρχιτεκτονική ασφαλείας της γηραιάς ηπείρου και όχι μόνο το μέλλον της Ουκρανίας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιχείρησαν να διασφαλίσουν ενεργό ρόλο στις διαβουλεύσεις, ιδίως αφού είχαν ήδη πληρώσει υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος – από την απεξάρτηση από τα ρωσικά καύσιμα έως τη χρηματοδότηση της ουκρανικής άμυνας.
Σε μια ακόμη προσπάθεια να περιορίσει την αμερικανική εμπλοκή, ο Τραμπ ζήτησε από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να ξεκαθαρίσουν εάν προτίθενται να συμβάλουν με στρατεύματα σε ενδεχόμενη ειρηνευτική δύναμη και ποιες εγγυήσεις ασφαλείας μπορούν να προσφέρουν στην Ουκρανία. Το ερώτημα πλέον δεν ήταν μόνο πώς θα τερματιστεί ο πόλεμος, αλλά ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το κλίμα στρατηγικής αβεβαιότητας και πίεσης για σαφείς δεσμεύσεις, με πρωτοβουλία της Βρετανίας και της Γαλλίας συγκροτείται η «Συμμαχία των Προθύμων», ένας συνασπισμός 34 χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, με στόχο όχι μόνο την περαιτέρω ενίσχυση της Ουκρανίας αλλά και τη συμμετοχή σε ενδεχόμενη διεθνή ειρηνευτική δύναμη που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στο ουκρανικό έδαφος μετά από συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Μέχρι στιγμής, πάντως, μόνο η Βρετανία και η Γαλλία έχουν δεσμευθεί ρητά για αποστολή στρατευμάτων.
Η απώλεια της υποστήριξης από έναν βασικό εταίρο ανάγκασε την Ουκρανία να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και να ενισχύσει τη συνεργασία της με ευρωπαϊκές χώρες.
Κι ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι παραμένουν πιστοί στη δέσμευση για στήριξη του Κιέβου και τη διασφάλιση αξιόπιστων εγγυήσεων ασφαλείας, στην Ουάσιγκτον επικρατεί η εκτίμηση ότι η Ουκρανία έχει περιορισμένες πιθανότητες να ανακτήσει πλήρως τα εδάφη που έχει καταλάβει η Ρωσία στο πεδίο της μάχης. Έτσι, το ζήτημα πιθανών εδαφικών παραχωρήσεων τίθεται πλέον ανοιχτά.
Για το Κίεβο, όμως, η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα των εγγυήσεων ασφαλείας. Η Ουκρανία διαμηνύει προς όλες τις πλευρές ότι δεν πρόκειται να καταθέσει τα όπλα χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας απέναντι στο ενδεχόμενο να βρεθεί εκ νέου αντιμέτωπη με τη ρωσική επιθετικότητα. Την ίδια ώρα, η Μόσχα ξεκαθαρίζει ότι δεν αποδέχεται την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων της ΕΕ ή του ΝΑΤΟ σε ουκρανικό έδαφος ως μέρος οποιουδήποτε πλαισίου ασφαλείας.
Οι ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και η μάχη των σχεδίων
Δύο μήνες μετά την έναρξη της προεδρικής θητείας Τραμπ, πραγματοποιείται στη Σαουδική Αραβία η πρώτη διμερής συνάντηση ΗΠΑ-Ουκρανίας, όπου η Ουάσινγκτον καταθέτει το πρώτο ειρηνευτικό πλαίσιο που προβλέπει εκεχειρία 30 ημερών. Η κατάπαυση του πυρός είχε ως στόχο το «πάγωμα» του μετώπου και την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Παρά τη θετική απάντηση του Κιέβου, η ρωσική πλευρά απορρίπτει την πρόταση, επιμένοντας ότι μια απλή παύση των εχθροπραξιών δεν αρκεί αν δεν αντιμετωπιστούν «τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης».
Αυτό που ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποκαλεί «βαθύτερα αίτια» της σύγκρουσης δεν έχει μεταβληθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και αναφέρεται στον δυτικό προσανατολισμό της Ουκρανίας και τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, καθώς επιδιώκει να επαναφέρει μια ρωσική σφαίρα επιρροής στην περιοχή.
Σε μια κίνηση που αμφισβητεί ευθέως την αρχή που διέπει τις διεθνείς σχέσεις από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα -ότι δηλαδή τα σύνορα δεν μπορούν να αλλάζουν διά της βίας- ο Τραμπ επανέρχεται τον Απρίλιο με μία «τελική πρόταση» που περιλαμβάνει την αναγνώριση της Κριμαίας από τις ΗΠΑ ως τμήμα της Ρωσίας και την ανεπίσημη αναγνώριση του ρωσικού ελέγχου στις περισσότερες περιοχές που έχουν καταλάβει οι ρωσικές δυνάμεις μετά την εισβολή του 2022.
Η Ρωσία, ωστόσο, εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται με σαφήνεια στις προτάσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος τους επόμενους μήνες σκληραίνει τη στάση του απέναντι στη Μόσχα, απειλώντας με «πολύ σοβαρές συνέπειες» εάν δεν υπάρξει πρόοδος.
Λίγο αργότερα, παραμένοντας συνεπής στο γνώριμο μοτίβο του, να εναλλάσσει ρητορική και διαθέσεις, ανακοινώνει αιφνιδιαστικά κατ’ ιδίαν συνάντηση κορυφής στο Άνκορατζ της Αλάσκας με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η συνάντηση, από την οποία δεν προέκυψε καμία συγκεκριμένη συμφωνία, αποτέλεσε σημαντικό διπλωματικό κέρδος για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, καθώς σηματοδότησε την επιστροφή του στο κέντρο της διεθνούς σκηνής, συνομιλώντας απευθείας με τον Αμερικανό πρόεδρο. Λίγο αργότερα, ο Τραμπ υιοθέτησε τη θέση του Κρεμλίνου και έπαψε να θέτει την κατάπαυση του πυρός ως προϋπόθεση για μια ειρηνευτική συμφωνία.
[embedded content]
Η εξέλιξη προκάλεσε πανικό στην Ευρώπη. Ευρωπαίοι ηγέτες σπεύδουν στην Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας να διασφαλίσουν ότι ο Τραμπ δεν θα αναγκάσει την Ουκρανία να κάνει επώδυνες παραχωρήσεις, μετά την άκαρπη σύνοδο κορυφής με τον Ρώσο πρόεδρο.
Η διπλωματική κορύφωση έρχεται τον Νοέμβριο, όταν η κυβέρνηση Τραμπ καταθέτει ένα ειρηνευτικό σχέδιο 28 σημείων, το οποίο, σύμφωνα με τους επικριτές του, αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Μόσχας, απαιτώντας από την Ουκρανία σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις.
Τις επικρίσεις εντείνει η αποκάλυψη ότι το σχέδιο δεν ήταν αμερικανική πρωτοβουλία, αλλά προϊόν μιας απευθείας συνεννόησης μεταξύ του απεσταλμένου της κυβέρνησης Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και του Ρώσου διαπραγματευτή Κίριλ Ντμίτριεφ.
Το πλαίσιο προέβλεπε την παραχώρηση στη Ρωσία ολόκληρης της περιοχής του Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία, ακόμη και εδαφών που οι ρωσικές δυνάμεις δεν είχαν καταλάβει. Παράλληλα, θύμιζε σε μεγάλο βαθμό πρόταση που είχε παρουσιάσει η Μόσχα στις διαπραγματεύσεις του 2022. Σε αντάλλαγμα, προέβλεπε την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία, τύπου Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ.
Οι Ουκρανοί και αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες χαρακτήρισαν το σχέδιο των 28 σημείων ως de facto συνθηκολόγηση με τη Ρωσία και κατέθεσαν αντιπρόταση 20 σημείων.
Στο τραπέζι έχει πλέον τεθεί ένα αναθεωρημένο ειρηνευτικό σχέδιο 20 σημείων, που καταρτίστηκε από την Ουκρανία σε συνεργασία με τις ΗΠΑ. Το σχέδιο περιλαμβάνει όλα τα ακανθώδη ζητήματα όπως εδαφικές παραχωρήσεις, εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά και το πώς θα ανοικοδομηθεί η χώρα μεταπολεμικά.
Οι πιέσεις, ωστόσο, για την παραχώρηση εδαφών συγκρούονται με τα εσωτερικά θεσμικά όρια της Ουκρανίας, καθώς σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας, οποιαδήποτε αλλαγή στην επικράτεια μπορεί να εγκριθεί μόνο μέσω δημοψηφίσματος.
Στην πιο πρόσφατη δήλωσή του για το ζήτημα των εδαφών, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μονομερούς ουκρανικής αποχώρησης από το Ντονμπάς, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια συμφωνία θα ήταν πολιτικά και κοινωνικά μη αποδεκτή από τον ουκρανικό λαό.
Οι δηλώσεις του προέδρου καταδεικνύουν το αυτονόητο: Οι Ουκρανοί, έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου, δύσκολα θα αποδεχθούν την παραχώρηση εδαφών που δεν έχει καταλάβει η Ρωσία.
Στις 23 και 24 Ιανουαρίου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ουκρανοί, Ρώσοι και Αμερικανοί διαπραγματευτές κάθισαν για πρώτη φορά στο ίδιο τραπέζι μετά την έναρξη της εισβολής. Η τριμερής αυτή συνάντηση δεν σήμαινε λύση, αλλά σηματοδότησε μια στιγμή που μέχρι τότε φάνταζε δύσκολα εφικτή: Την απευθείας διαπραγμάτευση των τριών πλευρών, την ώρα που το μέτωπο παρέμενε ενεργό.
Ακολούθησαν δύο ακόμα γύροι συνομιλιών της τριμερούς -δηλαδή Αμερικανών, Ρώσων και Ουκρανών: στις 4 και 5 Φεβρουαρίου, επίσης στο Άμπου Ντάμπι και εν συνεχεία στις 17 και 18 Φεβρουαρίου στη Γενεύη. Και από αυτές τις συναντήσεις, ωστόσο, δεν προέκυψε ουσιαστικό αποτέλεσμα, γεγονός που έκανε το Κίεβο να κατηγορήσει το Κρεμλίνο ότι προσπαθεί για μια ακόμη φορά να καθυστερήσει τις διαπραγματεύσεις και να συνεχίσει τον πόλεμο – έναν πόλεμο που σήμερα μπαίνει στον πέμπτο χρόνο.
Πηγή: skai.gr

















