
Δύο εβδομάδες μετά την επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων κατά του Ιράν, ο τρόπος με τον οποίο θα τερματιστεί η σύγκρουση παραμένει ασαφής. Οι δύο πλευρές φαίνεται να έχουν εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο φθοράς, χωρίς να υποχωρούν αλλά και χωρίς να προχωρούν σε μια αποφασιστική κλιμάκωση, με αποτέλεσμα να συντηρείται ένας φαύλος κύκλος αντιποίνων.
Την ίδια ώρα και ενώ αυξάνονται οι απώλειες των αμερικανικών δυνάμεων, ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι η Τεχεράνη επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου. Ωστόσο, σύμφωνα με το CNN, εκτιμήσεις της CIA και της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Πενταγώνου (DIA) καταλήγουν ότι οι συνεχιζόμενοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί δύσκολα θα κάμψουν τη διαπραγματευτική στάση του Ιράν.
Σε μία κρίσιμη εξέλιξη που θα μπορούσε να τερματίσει κάθε προοπτική για επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ο βασικός διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο πλευρών, το Κατάρ, απείλησε να αποχωρήσει από τις συνομιλίες, μετά την ιρανική επίθεση νωρίτερα αυτόν τον μήνα σε δεξαμενόπλοιό του.
Το Στενό του Ορμούζ, μια ζωτικής σημασίας αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο, από την οποία πριν από τον πόλεμο διέρχονταν καθημερινά δεκάδες πλοία, παραμένει σε μεγάλο βαθμό άδειο, καθώς το Ιράν επιμένει να ασκεί τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας με σποραδικές επιθέσεις με drones και απειλές για ναρκοθέτηση.
Οι εξελίξεις αυτές αφήνουν τον Ντόναλντ Τραμπ με ελάχιστες καλές επιλογές, την ώρα που το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κινδυνεύει να υποστεί σημαντικές απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Θα μπορούσε να κλιμακώσει περαιτέρω τη σύγκρουση αναπτύσσοντας αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις, μια απειλή που έχει διατυπώσει επανειλημμένα, αναφερόμενος ακόμη και στην κατάληψη του νησιού Χαργκ ή στην απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου υψηλής καθαρότητας του Ιράν. Μια τέτοια κίνηση, ωστόσο, θα αναιρούσε μία από τις βασικές δεσμεύσεις που είχε δώσει στη βάση του κινήματος MAGA: «Δεν θα σας στείλω να πολεμήσετε και να πεθάνετε σε ανόητους, ατελείωτους ξένους πολέμους», είχε δηλώσει σε προεκλογική συγκέντρωση στην Πενσιλβάνια το 2024.
Ο Τραμπ έχει επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να πλήξουν μια πυρηνική εγκατάσταση κάτω από το όρος Pickaxe, κοντά στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Νατάνζ, στο ορεινό εσωτερικό του Ιράν.
Εναλλακτικά, θα μπορούσε να αποδεχθεί ένα επικίνδυνο status quo: ατελείωτες επαναλαμβανόμενες επιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που είναι πιθανό να κοστίσουν περισσότερες αμερικανικές ζωές και να διατηρήσουν το Στενό του Ορμούζ σε μόνιμη κατάσταση κινδύνου, θυμίζοντας τους «ατελείωτους πολέμους» που ο ίδιος έχει επανειλημμένα επικρίνει. Την Τετάρτη, ο Τραμπ φάνηκε να προκρίνει αυτή την πορεία, γράφοντας στην πλατφόρμα Truth Social ότι «κάθε φορά που η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν πλήττει ένα πλοίου στο Στενό του Ορμούζ… οι ΗΠΑ θα βομβαρδίζουν και θα καταστρέφουν μία γέφυρα ή έναν σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας».
Το βασικό πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ είναι ότι, παρότι ο συμβατικός στρατός των ΗΠΑ υπερέχει σημαντικά του ιρανικού, οι δύο πλευρές ουσιαστικά διεξάγουν δύο διαφορετικούς πολέμους. Οι ΗΠΑ κλιμακώνουν «κάθετα», πλήττοντας ολοένα και πιο ευαίσθητους και στρατηγικής σημασίας στόχους στο εσωτερικό του Ιράν, σε μια σταδιακά διευρυνόμενη γεωγραφική κλίμακα, με στόχο να αλλάξουν τους υπολογισμούς της ηγεσίας στην Τεχεράνη.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν, του οποίου η αντιαεροπορική άμυνα και οι δυνατότητες εκτόξευσης πυραύλων έχουν αποδυναμωθεί από τα αμερικανικά πλήγματα, επιλέγει μια διαφορετική μορφή κλιμάκωσης: πλήττει συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή και επιτίθεται σε μη στρατιωτικές υποδομές, επιδιώκοντας να προκαλέσει διεθνείς πιέσεις προς τον Ντόναλντ Τραμπ.
«Αυτή τη στιγμή, ο πρόεδρος είναι επικεντρωμένος στο να πληρώσει το Ιράν το τίμημα για τις παραβιάσεις του Μνημονίου Κατανόησης (MOU) και για τις συνεχιζόμενες τρομοκρατικές ενέργειές του στο Στενό του Ορμούζ», δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος στο CNN. «Επιπλέον, ο πρόεδρος θα φροντίσει ώστε το Ιράν να πληρώσει για τον πρόσφατο θάνατο Αμερικανών στρατιωτών. Αυτά τα συντριπτικά πλήγματα θα συνεχιστούν μέχρι ο πρόεδρος να αποφασίσει διαφορετικά, ωστόσο οι συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών συνεχίζονται. Ο πρόεδρος Τραμπ κρατά όλα τα χαρτιά και έχει στη διάθεσή του όλες τις επιλογές».
Την αυξανόμενη οικονομική πίεση ενδέχεται να επιτείνουν και οι νέες απειλές των προσκείμενων στο Ιράν ανταρτών Χούθι, οι οποίοι προειδοποίησαν ότι θα στοχοποιούν πλοία που διέρχονται από το στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, τη θαλάσσια δίοδο προς την Ερυθρά Θάλασσα που έχει λειτουργήσει ως εναλλακτική οδός για ένα μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Η οργάνωση ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε επίθεση εναντίον δύο σαουδαραβικών δεξαμενόπλοιων στην Ερυθρά Θάλασσα τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης.
Την Τρίτη, οι επικεφαλής του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας δέχθηκαν σφοδρές πιέσεις από μέλη της Επιτροπής Πιστώσεων της Γερουσίας, τα οποία ζήτησαν μια σαφή στρατηγική για τον πόλεμο.
«Χρειαζόμαστε ξεκάθαρες απαντήσεις και ειλικρινή ενημέρωση», δήλωσε την Τετάρτη ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Λουιζιάνα, Τζον Κένεντι, ασκώντας πίεση στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και στον αρχηγό του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Νταν Κέιν, να εξηγήσουν ποιες θα ήταν οι συνέπειες σε περίπτωση που οι ΗΠΑ αποχωρούσαν από τη σύγκρουση.
Μετατόπιση του αφηγήματος περί επιτυχίας
Ο Τραμπ και ο Χέγκσεθ είχαν αρχικά κηρύξει τη νίκη τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν είχε υποστεί στρατιωτική ήττα.
Υπό την έντονη πίεση του Λευκού Οίκου να αποδείξουν ότι ο πόλεμος εξελίσσεται θετικά, ο Χέγκσεθ και ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, έχουν λάβει μέτρα για να περιορίσουν τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τη σύγκρουση προς άλλους κλάδους των ενόπλων δυνάμεων και τις υπηρεσίες πληροφοριών, όπως έχει μεταδώσει στο παρελθόν το CNN.
Παρότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν είχαν υποβαθμιστεί, η Τεχεράνη άρχισε να πλήττει ενεργειακές υποδομές σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου, αυξάνοντας το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά και για τους συμμάχους τους.
Αυτό οδήγησε σε επανειλημμένες πιέσεις από συμμαχικές χώρες προς την Ουάσιγκτον να περιορίσει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις και να επιδιώξει μια συμφωνία που θα μπορούσε να ανοίξει ξανά το Στενό του Ορμούζ και να τερματίσει την απειλή για τις γειτονικές χώρες.
Το Ιράν έχει δείξει ότι είναι διατεθειμένο να υποστεί οικονομικό και στρατιωτικό κόστος, πιστεύοντας ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τη διάθεση του Τραμπ να συνεχίσει τη σύγκρουση, δήλωσε ο Άλεξ Βατάνκα, αναλυτής του Middle East Institute στην Ουάσιγκτον με ειδίκευση στο Ιράν. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η ιρανική ηγεσία μπορεί να αντέξει τη συνέχιση του πολέμου επ’ αόριστον.
«Όσοι αντιτίθενται στη διπλωματία έχουν τη βαθιά πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν τηρούν ποτέ τις δεσμεύσεις τους. Όμως αυτοί δεν είναι οι άνθρωποι που κυβερνούν σήμερα το Ιράν», δήλωσε ο Βατάνκα. «Μπορεί να μην συμπαθούν τον Τραμπ ή να μην εμπιστεύονται τις ΗΠΑ, ωστόσο εξακολουθούν να θεωρούν ότι αυτό είναι προτιμότερο από το να ρισκάρουν έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος».
Οι ΗΠΑ έχουν επίσης επαναφέρει τον ναυτικό αποκλεισμό, ο οποίος ασκεί μεγαλύτερη πίεση στην Τεχεράνη για να προχωρήσει σε παραχωρήσεις απ’ ό,τι οι βομβαρδισμοί.
Προς το παρόν, πάντως, η ικανότητα του Ιράν να απειλεί το Στενό του Ορμούζ και κατ’ επέκταση τις γειτονικές χώρες παραμένει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό του χαρτί.
Παράλληλα, σύμφωνα με δεύτερη πηγή που γνωρίζει τις αξιολογήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, το Ιράν έχει διαπιστώσει ότι μπορεί να αξιοποιεί στοχευμένα πλήγματα κατά ενεργειακών υποδομών των χωρών του Κόλπου ως ασύμμετρη στρατιωτική δυνατότητα, έχοντας αποκομίσει σημαντικά αποτελέσματα από αυτή την τακτική στη διάρκεια του πολέμου. Το εργαλείο αυτό, σύμφωνα με την ίδια πηγή, δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ επιμένουν ότι βασικός στόχος της σύγκρουσης παραμένει η αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν. Ωστόσο, το μήνυμα αυτό έχει περιπλακεί από τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι οι αμερικανικές επιδρομές του περασμένου έτους είχαν «εξαλείψει» τις πυρηνικές δυνατότητες της Τεχεράνης. Από την έναρξη του πολέμου, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αναδείξει το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ σε κυρίαρχο ζήτημα της σύγκρουσης.
«Πρόκειται για μια στρατιωτική εκστρατεία που αναζητά στρατηγική», έγραψε σε ανάρτησή του στο Χ ο Τζο Κεντ, πρώην πολιτικός διορισμένος στην κυβέρνηση Τραμπ, ο οποίος παραιτήθηκε διαφωνώντας με την πορεία προς τη σύγκρουση.
«Επιλέγουμε την κλιμάκωση, ενώ η αποκλιμάκωση παραμένει επιλογή, εγκλωβίζοντας τους εαυτούς μας όλο και βαθύτερα σε έναν ευρύτερο πόλεμο που ούτε έχουμε τη δυνατότητα ούτε τη βούληση να διατηρήσουμε. Δεν υπάρχει στρατιωτική λύση που να μπορεί να οδηγήσει σε νίκη. Περισσότεροι βομβαρδισμοί δεν θα πείσουν το Ιράν να ανοίξει το Στενό του Ορμούζ ή να αποδεχθεί τη συμφωνία που επιδιώκουμε, αντίθετα, θα σκληρύνουν ακόμη περισσότερο τη στάση του».
Πηγή: skai.gr

































