Η έγκριση του Περιφερειακού Προγράμματος Ανάπτυξης της Κρήτης από το Υπουργείο Οικονομικών έχει διπλή ανάγνωση.
Από τη μία τα 200 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2026 – 2030 είναι περισσότερα σε ποσοστό 14% από το υφιστάμενο πρόγραμμα που ολοκληρώνεται.
Όμως η πραγματικότητα του νησιού επιβάλλει και μια δεύτερη, πιο ψύχραιμη ανάγνωση. Το ποσό αυτό, που προέρχεται αποκλειστικά από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, δηλαδή από κρατικούς πόρους, απέχει πολύ από το να καλύψει τις συσσωρευμένες ανάγκες της Κρήτης.
Για ένα νησί με έντονη τουριστική πίεση, αυξανόμενο πληθυσμό, μεγάλες αποστάσεις και χρόνια υστέρηση σε υποδομές, τα 200 εκατομμύρια ευρώ σε βάθος πενταετίας δεν συνιστούν αναπτυξιακή τομή, ειδικά στην περίπτωση της Κρήτης που συγκαταλέγεται διαχρονικά στις Περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά απορρόφησης πόρων, τόσο από εθνικά όσο και από ευρωπαϊκά προγράμματα.
Η αντίφαση είναι προφανής, απορροφούμε, αλλά δεν προλαβαίνουμε να καλύψουμε τα κενά.
Οδικά δίκτυα, υδάτινοι πόροι, αντιπλημμυρικά έργα, κοινωνικές υποδομές παραμένουν ζητούμενα. Υπό αυτές τις συνθήκες, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο το ύψος των κονδυλίων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα αξιοποιηθούν.
Η προτεραιοποίηση των έργων δεν μπορεί να υπακούει σε τοπικές πιέσεις ή πολιτικές ισορροπίες. Χρειάζεται σαφές αναπτυξιακό σχέδιο, με έμφαση σε έργα υποδομής που έχουν πολλαπλασιαστικό όφελος για το σύνολο του νησιού.
Αν το νέο πρόγραμμα αναλωθεί σε αποσπασματικές παρεμβάσεις και μικροέργα, η Κρήτη θα βρεθεί, για μία ακόμη φορά, να μετρά υψηλή απορρόφηση και χαμηλό αναπτυξιακό αποτύπωμα. Και αυτό είναι ένα στοίχημα που δεν αντέχει να χάσει.
Το άρθρο “Περισσότερα μεν, “ψίχουλα” δε στην Κρήτη“, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο CRETA24.









