
Στην κορύφωση της αντιδημοφιλίας του φαίνεται πως βρίσκεται αυτήν την περίοδο οΑμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποίησε το CNN. Το αμερικανικό δίκτυο αναφέρει μάλιστα ότι η περίοδος αυτή είναι χειρότερη ακόμη και από εκείνη που ακολούθησε μετά την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, ο μέρος όρος του ποσοστού αποδοχής του κυμαίνεται στο 35%, αριθμός που τον κατατάσσει κοντά στα επίπεδα του Τζορτζ Γ. Μπους. Ο Μπους είναι ο μόνος πρόεδρος μετά τον Τζίμι Κάρτερ ο οποίος παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ποσοστά γύρω ή κάτω από τα μέσα της δεκαετίας του 30%.
Όλα αυτά θέτουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε κίνδυνο να δεχθεί μια σοβαρή αποδοκιμασία από τους ψηφοφόρους σε μόλις έξι μήνες, στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026.
Γιατί συνέβη αυτό; Αναλυτικά οι λόγοι
Η φθορά έγινε σταδιακά και σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια των 15 μηνών της επιστροφής του στην προεδρία, ωστόσο, ορισμένες εξελίξεις έπαιξαν καθοριστικότερο ρόλο.
Η πρώτη σημαντική πτώση της δημοτικότητας του Τραμπ ήρθε πολύ γρήγορα μετά την επάνοδό του. Ο Τραμπ ανέλαβε καθήκοντα με τα υψηλότερα ποσοστά αποδοχής της καριέρας του, με ορισμένες δημοσκοπήσεις να τον δείχνουν πάνω από το 50% στα τέλη Ιανουαρίου 2025. Όμως η «περίοδος χάριτός» του ήταν εξαιρετικά σύντομη, καταγράφοντας γρήγορα πτώση αρκετών μονάδων.
Είναι δύσκολο να σκιαγραφηθούν με ακρίβεια τα αιτία της γρήγορης αυτής πτώσης. Κάνοντας μια αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι οι πρώτες ημέρες του στην εξουσία χαρακτηρίστηκαν από καταιγισμό μονομερών ενεργειών. Δύο πιθανοί λόγοι ήταν οι ιδιαίτερα αντιδημοφιλείς απονομές χάριτος σχεδόν σε όλους τους κατηγορούμενους της 6ης Ιανουαρίου, ακόμη και σε όσους επιτέθηκαν σε αστυνομικούς, καθώς και οι αποσπασματικές περικοπές του Υπουργείου Κυβερνητικής Αποδοτικότητας (DOGE) σε προσωπικό και υπηρεσίες, υπό την ηγεσία του επίσης αντιδημοφιλούς Έλον Μασκ.
Το επόμενο μεγάλο σημείο καμπής ήρθε στις αρχές Απριλίου, όταν ο Τραμπ προχώρησε δυναμικά στην επιβολή δασμών. Η ανακοίνωση της «Ημέρας Απελευθέρωσης» στις 2 Απριλίου ισοδυναμούσε ουσιαστικά με έναν εμπορικό πόλεμο με τη συντριπτική πλειονότητα του κόσμου. Οι Αμερικανοί που προηγουμένως έβλεπαν θετικά τους δασμούς, στράφηκαν γρήγορα εναντίον τους. Το μέσο ποσοστό αποδοχής του Τραμπ έπεσε από 45% κατά την ανακοίνωσή τους σε 41% έναν μήνα αργότερα.
Οι επόμενοι περίπου έξι μήνες ήταν σχετικά σταθεροί, παρά την ψήφιση ενός πολύ αντιδημοφιλούς νομοσχεδίου της κυβέρνησης Τραμπ από τους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο και την κακή διαχείριση των αρχείων Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ωστόσο, η κατάσταση άρχισε ξανά να επιδεινώνεται, ενώ οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν ισχυρή επίδοση στις εκλογές του 2025, κερδίζοντας με μεγάλες διαφορές τις εκλογές κυβερνητών σε Νιου Τζέρσεϊ και Βιρτζίνια.
Το επόμενο σημείο έντασης ήρθε τον Ιανουάριο, όταν η επιθετική καταστολή της μετανάστευσης κορυφώθηκε με τον θάνατο των Ρενέ Γκουντ και Άλεξ Πρέτι στη Μινεάπολη από ομοσπονδιακούς πράκτορες. Η κυβέρνηση υποστήριξε αρχικά ότι οι ίδιοι έφεραν ευθύνη και τους χαρακτήρισε ακόμη και εγχώριους τρομοκράτες, όμως η πλειονότητα των Αμερικανών διαφώνησε. Η δημοτικότητα του Τραμπ δεν μειώθηκε σημαντικά τότε, εν μέρει επειδή η κυβέρνηση υποχώρησε γρήγορα από τις πιο ακραίες τακτικές και άλλαξε τακτική.
Και βεβαίως στο σημείο αυτό, φτάνοντας στον πόλεμο με το Ιράν κατανοούμε ότι πρόκειται για μια εξέλιξη κομβικής σημασίας για τη δημοτικότητά του αφού καθόρισε την «κατρακύλα». Σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, το 61% των Αμερικανών χαρακτήρισε «λάθος» την απόφαση του Τραμπ να ξεκινήσει τον πόλεμο μαζί με το Ισραήλ.
Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι ούτε στη φάση αυτή τα ποσοστά του Τραμπ κατέρρευσαν δραματικά, καθώς από 38% που ήταν κατά την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, βρίσκονται σήμερα στο 35%.Το σίγουρο είναι ότι ο πόλεμος αποδυνάμωσε σημαντικά τη στήριξη προς το πρόσωπό του, οδηγώντας ακόμη και πιστούς υποστηρικτές του να αναθεωρήσουν. Παράλληλα, επιδείνωσε περαιτέρω τις ήδη χαμηλές επιδόσεις του στην οικονομία. Το 64% των πολιτών που πλέον τον αποδοκιμάζουν, σύμφωνα με τον μέσο όρο δημοσκοπήσεων του CNN, είναι υψηλότερο από σχεδόν κάθε μεμονωμένη δημοσκόπηση της πρώτης του θητείας.
Έπαιξε ρόλο η ίδια η προσωπικότητα του Τραμπ
Πέρα όμως από αυτά τα κομβικά γεγονότα, υπάρχουν και ορισμένες πιο προσωποποιημένες αιτίες που έχουν καθορίσει τη δημοφιλία του.
Η πρώτη είναι η αλαζονεία.
Ο Τραμπ κυβέρνησε σαν να είχε μια σαρωτική λαϊκή εντολή, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, και όχι σαν κάποιος που κέρδισε απλώς σχετική πλειοψηφία.Έλαβε πολλές αποφάσεις που ήταν αντιδημοφιλείς – και συχνά προβλέψιμες. Ακόμη και σε πολιτικές που θα μπορούσαν να είναι δημοφιλείς, όπως η αύξηση των απελάσεων, κινήθηκε προς κατευθύνσεις που πολλοί Αμερικανοί θεώρησαν «υπερβολικές», όπως στην περίπτωση της Μινεάπολης. Και, ίσως σημαντικότερα, ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη σχεδόν για τα πάντα μέσω μονομερών ενεργειών.
Η οικονομία ήταν ήδη ασταθής και οι τιμές υψηλές, αλλά ο Τραμπ επέλεξε να αναλάβει επιπλέον ρίσκα με τους παγκόσμιους δασμούς και τον πόλεμο με το Ιράν, τα οποία οι πολίτες συνδέουν άμεσα με τη διαχρονική οικονομική τους δυσαρέσκεια.
Η δεύτερη βασική αιτία είναι ότι πλήττει τον εαυτό του στο πιο κρίσιμο ζήτημα: το κόστος ζωής.
Οι δασμοί είχαν αρνητική επίδραση, αλλά ο πόλεμος με το Ιράν επιδείνωσε σημαντικά την κατάσταση. Η αύξηση της τιμής της βενζίνης πάνω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι έριξε την αξιολόγησή του για την οικονομία σε ιστορικό χαμηλό 31%, σύμφωνα με το CNN. Παράλληλα, τα ήδη χαμηλά ποσοστά του στο θέμα του κόστους ζωής επιδεινώθηκαν περαιτέρω, με πολλές δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι πάνω από το 70% τον αποδοκιμάζει σε αυτόν τον τομέα.
Ένας τρίτος λόγος είναι οι λάθος προτεραιότητες.
Δεν είναι μόνο ότι οι Αμερικανοί διαφωνούν με τις πολιτικές του για το κόστος ζωής, θεωρούν ότι πρόκειται για ζήτημα που έχει παραμελήσει. Δημοσκόπηση του Μαρτίου από το CNN έδειξε ότι το 65% πιστεύει πως δεν έχει κάνει αρκετά για να μειώσει τις τιμές, ενώ έρευνα των CBS News-YouGov έδειξε ότι τα τρία τέταρτα των πολιτών θεωρούν πως δεν έχει εστιάσει αρκετά στο ζήτημα.
Όταν μιλά για την οικονομία, συχνά φαίνεται αδιάφορος, ενώ την ίδια στιγμή επιδίδεται σε στρατιωτικές παρεμβάσεις στο εξωτερικό, για τις οποίες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί έχουν ελάχιστο ενδιαφέρον.
Η ίδια δημοσκόπηση του CNN έδειξε ότι το 67% θεωρεί πως δεν έχει δώσει αρκετή προσοχή στα σημαντικότερα προβλήματα της χώρας.
Τέλος, υπάρχει και η φθίνουσα εμπιστοσύνη στην ικανότητα και την κρίση του.
Η ισχυρή οικονομία της πρώτης του θητείας (μέχρι την πανδημία Covid-19) είχε οδηγήσει πολλούς να τον βλέπουν ως επιτυχημένο επιχειρηματία που μπορούσε να διοικήσει τη χώρα, ακόμη κι αν δεν τον συμπαθούσαν προσωπικά. Πλέον, αυτό αμφισβητείται. Έρευνες του Pew Research Center δείχνουν σημαντική πτώση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ικανότητά του να λαμβάνει σωστές αποφάσεις στην εξωτερική πολιτική. Νεότερη έρευνα έδειξε ότι τουλάχιστον το 60% δεν τον εμπιστεύεται στη διαχείριση της εκτελεστικής εξουσίας, στη συνετή χρήση στρατιωτικής ισχύος, στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής ή στη συνεργασία με το Κογκρέσο.
Επιπλέον, έχουν ενταθεί οι ανησυχίες για τη διανοητική του κατάσταση και τη σταθερότητά του, έπειτα από επανειλημμένα λεκτικά ολισθήματα. Μάλιστα, πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι το 61% των Αμερικανών -ακόμη και το 30% των Ρεπουμπλικανών- θεωρεί ότι «όσο μεγαλώνει γίνεται πιο ασταθής».
Πηγή: skai.gr



































