toggle
- Το κυβερνών κόμμα SNS στη Σερβία έχει ενισχύσει σημαντικά τον έλεγχό του στα μέσα ενημέρωσης από την ανάληψη της εξουσίας το 2012.
- Διεθνείς εκθέσεις προειδοποιούν για οπισθοδρόμηση σε ανεξάρτητα μέσα και αυξανόμενες πιέσεις και πολιτική επιρροή στα σερβικά μέσα ενημέρωσης.
- Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί οικονομική και θεσμική υποστήριξη για μέσα που συνεργάζονται και επιβάλλει οικονομική και πολιτική απομόνωση σε όσα αρνούνται τη συνεργασία.
Από τότε που το κυβερνών κόμμα SNS ανέλαβε την εξουσία στη Σερβία, έχει ενισχύσει τον έλεγχό του στα μέσα ενημέρωσης. Ειδικοί φοβούνται ότι τα πράγματα θα επιδεινωθούν κι άλλο.
Πολυάριθμες διεθνείς εκθέσεις προειδοποιούν για οπισθοδρόμηση, πιέσεις και προσπάθειες πολιτικής επιρροής στα μέσα ενημέρωσης της Σερβίας. Με την πάροδο των ετών παραμένει η πως, ενώ ο χώρος για επαγγελματικά, ανεξάρτητα μέσα συρρικνώνεται, τα εργαλεία προπαγάνδας της κυβέρνησης αναπτύσσονται ολοένα περισσότερο.
«Ο κύριος στόχος του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος (SNS), μετά την άνοδό του στην εξουσία το 2012, ήταν να θέσει ολόκληρο το μιντιακό τοπίο υπό αυστηρό έλεγχο. Και το πέτυχε αυτό με πολύ συστηματικό τρόπο», δήλωσε στην DW ο δημοσιογράφος και αναλυτής μέσων ενημέρωσης Νεντίμ Σεϊντίνοβιτς.
Το σχέδιο ήταν απλό: τα μέσα που ήταν πρόθυμα να συνεργαστούν με τις αρχές λάμβαναν οικονομική και θεσμική υποστήριξη, ενώ όσα αρνούνταν αντιμετώπιζαν οικονομική και πολιτική απομόνωση.
Ένα από τα πρώτα βήματα ήταν η κατάληψη του περιφερειακού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα στη Βοϊβοντίνα, όπου μετά την άνοδο του SNS στην εξουσία αντικαταστάθηκε ολόκληρη η διοίκηση του μέσου, μαζί με συντάκτες και παρουσιαστές ειδησεογραφικών εκπομπών.
«Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία ήταν η αγορά μέσων ενημέρωσης, ιδίως σε τοπικό επίπεδο, από άτομα που ανήκουν στην κυβερνώσα ελίτ, όπως η οικογένεια του (υπουργού) Μπράτισλαβ Γκάσιτς, ή από μεγιστάνες όπως ο Ραντόιτσα Μιλοσάβλιεβιτς», προσθέτει ο Σεϊντίνοβιτς. «Το αποτέλεσμα είναι ότι περίπου το 90% των μέσων ενημέρωσης συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με το καθεστώς του Αλεξάνταρ Βούτσιτς».
Ο ρόλος της δημόσιας χρηματοδότησης
Ο Σεϊντίνοβιτς επισημαίνει πως αυτά τα μέσα συντηρούνται με δημόσιο χρήμα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και από πολυάριθμες σχετικές εκθέσεις. Η χρηματοδότηση αυτή γίνεται μέσω διαφόρων καναλιών, όπως η συγχρηματοδότηση περιεχομένου που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και η κρατική διαφήμιση.
Μια τρίτη μορφή πίεσης προέρχεται από την αγορά. «Έχει δημιουργηθεί ένα περιβάλλον, στο οποίο ακόμα και μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες αποφεύγουν να διαφημίζονται σε ανεξάρτητα μέσα, ώστε να μην βλάψουν τις σχέσεις τους με τις αρχές, και σε ένα απορρυθμισμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον αυτό είναι απαραίτητο για τη λειτουργία τους», εξηγεί ο Σεϊντίνοβιτς.
Σε ένα τέτοιο σύστημα η γραμμή ανάμεσα στη δημοσιογραφία και την προπαγάνδα σχεδόν εξαφανίζεται.
Οι κριτικές φωνές απονομιμοποιούνται και δαιμονοποιούνται, ενώ τα σκάνδαλα παρουσιάζονται χωρίς πλαίσιο και ερμηνεύονται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα κυβερνητικών αξιωματούχων.
Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος χώρος κατακλύζεται από την παρουσία του προέδρου Βούτσιτς. Οι ομιλίες του μεταδίδονται συχνά ζωντανά, διακόπτοντας τα κανονικά προγράμματα τηλεόρασης και ραδιοφώνου, ενώ οι κομματικές συγκεντρώσεις προβάλλονται ταυτόχρονα σε εθνικούς, περιφερειακούς και τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Οι τηλεθεατές που αλλάζουν κανάλι συναντούν συχνά το ίδιο περιεχόμενο, το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο μήνυμα.
Η κλίμακα του ελέγχου ήταν επίσης εμφανής κατά την προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 2017, όταν σχεδόν όλες οι ημερήσιες εφημερίδες είχαν στην πρώτη σελίδα διαφημίσεις υπέρ του τότε πρωθυπουργού Βούτσιτς.
Η αντιπολίτευση σπάνια εμφανίζεται στην κανονική ειδησεογραφία και οι διαφωνούσες φωνές συχνά χαρακτηρίζονται ως «προδότες», «ξένοι μισθοφόροι» ή «εχθροί του κράτους». Σε αυτό το περιβάλλον η στοχοποίηση και η απαξίωση των αντιπάλων της κυβέρνησης έχουν γίνει καθημερινότητα.
Νέα φάση ελέγχου
Ο Σεϊντίνοβιτς λέει πως, καθώς η πολιτική κρίση βαθαίνει, ιδίως μετά τα κύματα διαδηλώσεων των τελευταίων 18 μηνών, ο έλεγχος των μέσων εισέρχεται σε νέα φάση.
«Οι πιστοί του SNS αντικαθίστανται πλέον από υπερ-πιστούς», εξηγεί. Ορισμένα φιλοκυβερνητικά μέσα στο παρελθόν περιορίζονταν σε θετική κάλυψη της κυβέρνησης και στην αγνόηση των κριτικών φωνών, αλλά αυτό προφανώς δεν ήταν αρκετό.
«Τώρα ο στόχος είναι να μετατραπούν όλα τα μέσα σε ένα είδος πρωτόγονου πολιτικού όπλου που θα διαδίδει τα πιο κατάφωρα ψέματα, θα δυσφημεί ανθρώπους, θα χρησιμοποιεί χυδαία γλώσσα και θα δημιουργεί ένα κλίμα βαθιών πολιτικών διχασμών στην κοινωνία», αναφέρει ο Σεϊντίνοβιτς στην DW.
Αυτή η τάση αντικατοπτρίζεται επίσης στην ταχεία εμφάνιση νέων μέσων ενημέρωσης. Η Ένωση Ανεξάρτητων Ηλεκτρονικών Μέσων (ANEM) στη Σερβία έχει καταγράψει 78 νέα μέσα μόνο από τις αρχές του 2026.
«Αυτό είναι μια επέκταση του μιντιακού μηχανισμού για τη διάδοση της κυβερνητικής προπαγάνδας», δηλώνει ο Μπόγιαν Τσβέγιτς της ANEM. «Τα κείμενά τους είναι ανυπόγραφα και σχεδόν πανομοιότυπα, θυμίζοντας περισσότερο φυλλάδια παρά δημοσιογραφικό περιεχόμενο, και χρησιμοποιούνται για εκστρατείες κατά των επικριτών», τονίζει στην DW.
Η ελευθερία του Τύπου σε πίεση
Σύμφωνα με τον τελευταίο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου που δημοσίευσαν οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα, η Σερβία έχει πέσει στην 104η θέση και πλέον κατατάσσεται στις χώρες με «δύσκολη κατάσταση» για την ελευθερία των μέσων.
Η έκθεση επισημαίνει ότι, παρά κάποιες προηγούμενες διακυμάνσεις στην κατάταξη, το συνολικό περιβάλλον για τους δημοσιογράφους στη Σερβία συνεχίζει να επιδεινώνεται, με αυξανόμενη πολιτική πίεση, περιορισμένο πλουραλισμό στα μέσα και επιδεινούμενες συνθήκες για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
Ο πρόεδρος Βούτσιτς αναμένεται να προκηρύξει σύντομα βουλευτικές εκλογές, με πολλούς να εκτιμούν ότι μπορεί να διεξαχθούν κάποια στιγμή μεταξύ Ιουνίου και τέλους του έτους.
Ο Σεϊντίνοβιτς προειδοποιεί πως η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί περαιτέρω, με την επόμενη φάση να περιλαμβάνει εντονότερη πίεση στον ψηφιακό χώρο, ακολουθώντας πρότυπα που έχουν παρατηρηθεί σε άλλα αυταρχικά συστήματα.
«Το πρόβλημα της ελευθερίας των μέσων στη Σερβία είναι πολιτικό πρόβλημα», καταλήγει ο Σεϊντίνοβιτς. «Είναι δύσκολο να επιλυθεί χωρίς αλλαγή κυβέρνησης, γιατί αυτή η κυβέρνηση από τη φύση της είναι ουσιαστικά αντίπαλος της επαγγελματικής δημοσιογραφίας».
Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς
Πηγή: Deutsche Welle

































