Ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, προχώρησε από την πρώτη κιόλας ημέρα της πρωθυπουργίας του σε έναν σαρωτικό ανασχηματισμό, στέλνοντας σαφές μήνυμα για την πολιτική κατεύθυνση που θέλει να δώσει στην κυβέρνησή του.
Πρόσωπα που βρίσκονταν στον στενό κύκλο του προκατόχου του, Κιρ Στάρμερ, απομακρύνθηκαν από την κυβέρνηση, ενώ υπουργοί που είχαν συγκρουστεί με τον πρώην πρωθυπουργό ή είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποχώρησή του επιστρέφουν σε κομβικά κυβερνητικά πόστα.
Ο πρώην δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ έδωσε έτσι από την πρώτη στιγμή ένα διαφορετικό στίγμα από τη δημόσια, πιο προσιτή και λαϊκή εικόνα που έχει καλλιεργήσει.
Οι πρώτες του κινήσεις χαρακτηρίστηκαν από ταχύτητα και πολιτική αποφασιστικότητα, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ενός από τους βασικούς υποστηρικτές του, ο οποίος είχε δηλώσει στο POLITICO ότι πίσω από τη δημόσια εικόνα του Μπέρναμ κρύβεται ένας «άκαρδος πολιτικός-σαύρα».
Κατά τη διάρκεια μιας σειράς τηλεφωνικών απολύσεων, κορυφαία στελέχη της λεγόμενης «Starmerite» πτέρυγας των Εργατικών, από την υπουργό Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς έως τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ντέιβιντ Λάμι, απομακρύνθηκαν από το υπουργικό συμβούλιο και επιστρέφουν στα πίσω έδρανα της Βουλής των Κοινοτήτων.
Στη θέση τους, ο Μπέρναμ συγκροτεί μια νέα κυβερνητική ομάδα που επιχειρεί να καλύψει ένα ευρύ πολιτικό φάσμα στο εσωτερικό των Εργατικών, με τη συμμετοχή ισχυρών συμμάχων του από τον βορρά της Αγγλίας, αλλά και στελεχών που είχαν εκφράσει διαφωνίες με τον Στάρμερ.
Το νέο υπουργικό συμβούλιο αποκαλύπτει έτσι πολλά για τις προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης, αλλά και για τις πολιτικές ισορροπίες που διαμορφώνονται στο Γουέστμινστερ.
Ο Τζον Χίλι στο υπουργείο Οικονομικών
Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις του ανασχηματισμού ήταν η επιλογή του Τζον Χίλι για τη θέση του υπουργού Οικονομικών.
Πρόκειται για τη δεύτερη ισχυρότερη θέση στην κυβέρνηση και αποτελεί σημαντική ανταμοιβή για τον πολιτικό, η παραίτηση του οποίου από το υπουργείο Άμυνας, πριν από λίγο περισσότερο από πέντε εβδομάδες, συνέβαλε καθοριστικά στην αποδυνάμωση της κυβέρνησης Στάρμερ.
Ο Χίλι είχε υποστηρίξει ότι η αποχώρησή του ήταν ζήτημα αρχής, καθώς θεωρούσε ότι η κυβέρνηση Στάρμερ δεν έκανε αρκετά για την αύξηση των αμυντικών δαπανών σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών απειλών.
Τώρα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη αποστολή.
Θα πρέπει να καλύψει τα δημοσιονομικά κενά πολλών δισεκατομμυρίων λιρών που προέκυψαν από το αμυντικό επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο συμφωνήθηκε τελικά μετά την παραίτησή του. Παράλληλα, θα πρέπει να βρει τους απαραίτητους πόρους για την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3% του ΑΕΠ έως το 2030.
Το βασικό ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει είναι αν η χρηματοδότηση θα προέλθει από αυξήσεις φόρων ή από περικοπές σε άλλους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Προς το παρόν, ο Χίλι θεωρείται μια ασφαλής επιλογή για το υπουργείο Οικονομικών, καθώς διαθέτει κυβερνητική εμπειρία, μεταξύ άλλων και από τη θητεία του στο υπουργείο Οικονομικών κατά την περίοδο των κυβερνήσεων του Τόνι Μπλερ.
Ο Μπέρναμ ελπίζει ότι η επιλογή του θα καθησυχάσει τις αγορές ομολόγων, οι οποίες κατά καιρούς έχουν εκφράσει ανησυχίες για τις οικονομικές επιπτώσεις της νέας κυβέρνησης.
Αξιωματούχος της Ντάουνινγκ Στριτ υποστήριξε ότι Μπέρναμ και Χίλι έχουν «την ίδια άποψη» σε ζητήματα όπως η επαναβιομηχάνιση, η αποκέντρωση και η αντιμετώπιση του κόστους ζωής, ενώ συμφωνούν και στην ανάγκη τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων της κυβέρνησης.
Ο Εντ Μίλιμπαντ αναλαμβάνει το Foreign Office
Ο Εντ Μίλιμπαντ είναι πλέον ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας.
Ο πρώην αρχηγός των Εργατικών, ο οποίος ηττήθηκε στις γενικές εκλογές του 2015, υπήρξε αρχικά σύμμαχος του Στάρμερ. Η σχέση τους, ωστόσο, επιδεινώθηκε όταν ο Μίλιμπαντ αρνήθηκε να μετακινηθεί από το υπουργείο Ενέργειας.
Στη συνέχεια έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της κυβέρνησης που ζήτησαν την παραίτηση του Στάρμερ.
Τώρα, αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει τη Βρετανία διεθνώς και να διαχειριστεί τις σχέσεις του Λονδίνου με τον Λευκό Οίκο.
Η επιλογή του έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Μπέρναμ έχει δηλώσει ότι θέλει να επικεντρώσει την πολιτική του κυρίως στα εσωτερικά προβλήματα της χώρας. Η τοποθέτηση μιας σημαντικής προσωπικότητας από την αριστερή πτέρυγα των Εργατικών στο υπουργείο Εξωτερικών θα μπορούσε να του επιτρέψει να επικεντρωθεί στην εσωτερική ατζέντα.
Ωστόσο, ο Μίλιμπαντ θα πρέπει να διαχειριστεί τις σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ, παρά το γεγονός ότι έχει στο παρελθόν βρεθεί σε αντίθετες θέσεις με την αμερικανική κυβέρνηση.
Η αποχώρησή του από το υπουργείο Ενέργειας ενδέχεται να διευκολύνει τη νέα κυβέρνηση να επιτρέψει περισσότερες γεωτρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα, κάτι που έχει ζητήσει επανειλημμένα ο Τραμπ.
Τα περιβαλλοντικά διαπιστευτήρια του Μίλιμπαντ, ωστόσο, δεν αναμένεται να τον καταστήσουν ιδιαίτερα δημοφιλή στον Λευκό Οίκο.
Το 2013, όταν ήταν αρχηγός της αντιπολίτευσης, είχε συμβάλει στην αποτροπή της συμμετοχής της Βρετανίας σε στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, περιπλέκοντας τα σχέδια του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα.
Παράλληλα, νωρίτερα φέτος, είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις παρασκηνιακές πιέσεις προς τη βρετανική κυβέρνηση να μην επιτρέψει στον Τραμπ να χρησιμοποιήσει τη βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν.
Κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μίλιμπαντ αναφέρθηκε στην ιστορία της οικογένειάς του, σημειώνοντας ότι οι γονείς του ήρθαν στη Βρετανία ως Εβραίοι πρόσφυγες από τους Ναζί.
Δεσμεύτηκε, παράλληλα, να εργαστεί «ακούραστα» για την επίτευξη μιας βιώσιμης ειρήνης μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του, σε ένα ζήτημα που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις στους Εργατικούς.
Η Σαμπάνα Μαχμούντ παραμένει στο υπουργείο Εσωτερικών
Η Σαμπάνα Μαχμούντ παραμένει στη θέση της υπουργού Εσωτερικών, παρά τις εκτιμήσεις των τελευταίων εβδομάδων ότι θα μπορούσε να αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών.
Οι σύμμαχοί της υποστήριζαν ότι επιθυμούσε να παραμείνει στο υπουργείο Εσωτερικών, προκειμένου να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις στον τομέα της μετανάστευσης, οι οποίες έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε τμήματα της προοδευτικής πτέρυγας των Εργατικών.
Η Μαχμούντ ήταν, όπως και ο Μίλιμπαντ, μεταξύ των πρώτων υπουργών που ζήτησαν από τον Στάρμερ να αποχωρήσει.
Το γεγονός ότι τελικά δεν ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών θεωρείται από ορισμένους ως ένδειξη ότι ο Μπέρναμ δεν επιθυμεί να επιβραβεύσει όλους όσοι συνέβαλαν στην απομάκρυνση του προκατόχου του.
Παράλληλα, αναμένεται να υπάρξουν πιέσεις για μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση στις μεταρρυθμίσεις για τη μετανάστευση.
Την ίδια ώρα, η απόφαση να μην αναλάβει η Μαχμούντ το υπουργείο Οικονομικών αναδεικνύει και τα προβλήματα της «ύπουλης κουλτούρας ενημέρωσης» στο Γουέστμινστερ, την οποία ο Μπέρναμ έχει υποσχεθεί να αντιμετωπίσει.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, βρετανικά μέσα ενημέρωσης παρουσίαζαν σχεδόν ως βέβαιη την τοποθέτησή της στο υπουργείο Οικονομικών, βασιζόμενα σε διαρροές από πρόσωπα που συνδέονται με τον νέο πρωθυπουργό.
Ενέργεια και κόστος ζωής στην πρώτη γραμμή
Η Μιάτα Φανμπουλέχ αναλαμβάνει το υπουργείο Ενεργειακής Ασφάλειας και Καθαρού Μηδενικού Ισοζυγίου, αντικαθιστώντας τον Μίλιμπαντ.
Η πρώην υπουργός Ενέργειας και επικεφαλής δεξαμενής σκέψης είχε συμβουλεύσει τον Μπέρναμ σε θέματα πολιτικής και είχε διατελέσει υφυπουργός Ενέργειας και υπουργός Κοινοτήτων.
Ήταν, μάλιστα, η πρώτη υπουργός που παραιτήθηκε τον Μάιο, ασκώντας πιέσεις στον Στάρμερ να αποχωρήσει.
Στο νέο της πόστο θα κληθεί να διασφαλίσει τον ενεργειακό εφοδιασμό της Βρετανίας, να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να διατηρήσει την πορεία της χώρας προς την επίτευξη των δεσμευτικών κλιματικών στόχων.
Το υπουργείο της ενδέχεται να βρεθεί στο επίκεντρο ήδη από την Τρίτη, καθώς ο Μπέρναμ αναμένεται να ανακοινώσει μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης του κόστους ζωής.
Σύμφωνα με δύο πηγές που έχουν ενημερωθεί για τα σχέδια, μεταξύ των προτάσεων εξετάζεται η μείωση στο 5% του ΦΠΑ στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών.
Ο Γουές Στρίτινγκ στο υπουργείο Άμυνας
Ο Γουές Στρίτινγκ, ο οποίος νωρίτερα φέτος είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών απέναντι στον Στάρμερ, αναλαμβάνει το υπουργείο Άμυνας.
Η μετακίνησή του αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές επιλογές του ανασχηματισμού, καθώς ο Στρίτινγκ είχε εκφράσει επανειλημμένα θέσεις για την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών.
Έχει, μεταξύ άλλων, υποστηρίξει την έκδοση «πολεμικών ομολόγων» για τη χρηματοδότηση των αμυντικών αναγκών και την κατάργηση παρωχημένων στρατιωτικών προγραμμάτων.
Ωστόσο, δεν διαθέτει προηγούμενη εμπειρία σε θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, γεγονός που αναμένεται να προκαλέσει επιφυλάξεις σε όσους θεωρούν ότι το συγκεκριμένο υπουργείο θα έπρεπε να αναλάβει ένας πολιτικός με μεγαλύτερη σχετική εμπειρία.
Η επιστροφή των «ανταρτών» του Στάρμερ
Η Λουίζ Χέιγκ, η οποία είχε ηγηθεί των βουλευτών που ανάγκασαν τον Στάρμερ σε ταπεινωτική αναδίπλωση σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις κοινωνικής πρόνοιας, επιστρέφει στην κυβέρνηση με δύο ιδιαίτερα ισχυρούς ρόλους.
Η ίδια είχε προηγουμένως παραιτηθεί από την κυβέρνηση του Στάρμερ και στη συνέχεια είχε οργανώσει την προεκλογική εκστρατεία του Μπέρναμ στην ενδιάμεση εκλογή του Μέικερφιλντ.
Τώρα αναλαμβάνει την ηγεσία του Γραφείου του Υπουργικού Συμβουλίου ως καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ και πρώτη γραμματέας του κράτους, καθιστάμενη έτσι η κορυφαία σε ιεραρχία υπουργός της κυβέρνησης.
Η Χέιγκ, η οποία ανήκει στην «ήπια αριστερά» των Εργατικών, θα έχει κεντρικό ρόλο στην υλοποίηση του σχεδίου του Μπέρναμ για μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο σε βασικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και για μεταφορά εξουσιών από το Γουέστμινστερ προς τις περιφέρειες.
Στο έργο αυτό θα συνεργαστεί στενά με την Άντζελα Ρέινερ, η οποία επιστρέφει στην κυβέρνηση ως υπουργός Στέγασης, αφού προηγουμένως είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει από την κυβέρνηση Στάρμερ εν μέσω αβεβαιότητας γύρω από τις φορολογικές της υποθέσεις.
Η Λούσι Πάουελ, στενή σύμμαχος του Μπέρναμ, επιστρέφει επίσης στο υπουργικό συμβούλιο, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Παιδείας.
Η Πάουελ είχε απομακρυνθεί από τον Στάρμερ σε προηγούμενο ανασχηματισμό, αλλά στη συνέχεια κέρδισε την εσωκομματική εκλογή για τη θέση της αναπληρώτριας αρχηγού των Εργατικών, αντικαθιστώντας τη Ρέινερ.
Ο Τζόναθαν Ρέινολντς, ένας ακόμη βουλευτής από το Μάντσεστερ, επιστρέφει στη θέση του υπουργού Επιχειρήσεων. Είχε υπηρετήσει στο συγκεκριμένο πόστο υπό τον Στάρμερ, προτού μετακινηθεί στη θέση του επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας.
Στον κρίσιμο ρόλο της επιβολής κομματικής πειθαρχίας και της εξασφάλισης της στήριξης των βουλευτών των Εργατικών αναλαμβάνει η Ανελίζ Μίντγκλεϊ, μία ακόμη από τις λεγόμενες «Βόρειες Βασίλισσες» του Μπέρναμ.
Η πρώην συνδικαλίστρια θεωρείται ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των βουλευτών των Εργατικών και έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να μείνει μακριά από τον φατριασμό που χαρακτήρισε το κόμμα την τελευταία δεκαετία.
Οι «χαμένοι» του ανασχηματισμού
Μία από τις μεγάλες χαμένες του ανασχηματισμού είναι η Ιβέτ Κούπερ, η οποία μετακινείται από το υπουργείο Εξωτερικών στο υπουργείο Υγείας.
Παρά τον υποβιβασμό της, ο νέος της ρόλος αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Ο Μπέρναμ έχει δεσμευτεί να επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στη μεταρρύθμιση του ακριβού και αναποτελεσματικού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας της Βρετανίας.
Ο Πατ ΜακΦάντεν, σύμμαχος του Στάρμερ που κατάφερε να παραμείνει στην κυβέρνηση, διατηρεί τη θέση του υπουργού Εργασίας και Συντάξεων.
Η επιλογή αυτή δείχνει ότι ο Μπέρναμ αντιμετωπίζει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση των προβλημάτων του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, το οποίο αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας.
Η Λίζα Νάντι παραμένει, επίσης, υπουργός Ψηφιακών Θεμάτων, Πολιτισμού, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού, με τις αρμοδιότητές της να διευρύνονται στον ψηφιακό τομέα.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται καθώς ο Μπέρναμ έχει δεσμευτεί να καταργήσει το υπουργείο Επιστήμης, Καινοτομίας και Τεχνολογίας.
Τέλος, ο Κανίσκα Ναραγιάν, ο οποίος εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής στις εκλογές του 2024 και είχε επιβλέψει την πολιτική για την Τεχνητή Νοημοσύνη ως υφυπουργός, αναλαμβάνει υπουργός Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ο νέος του ρόλος θα υπάγεται τόσο στο Γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου όσο και στο υπουργείο Ψηφιακών Θεμάτων, Πολιτισμού, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού (DCMS), ενώ θα περιλαμβάνει και τη συμμετοχή του σε συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου.
Πρόκειται για σαφή αναβάθμιση σε σχέση με την προηγούμενη θέση του και ένα ακόμη δείγμα της σημασίας που θέλει να προσδώσει η νέα κυβέρνηση στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική πολιτική.
Ο συνολικός σχεδιασμός του νέου υπουργικού συμβουλίου δείχνει ότι ο Μπέρναμ επιχειρεί να συνδυάσει τρεις διαφορετικούς στόχους: να απομακρύνει την πολιτική κληρονομιά του Στάρμερ, να ανταμείψει τους συμμάχους που συνέβαλαν στην άνοδό του και ταυτόχρονα να συγκροτήσει μια κυβέρνηση με ευρύτερη πολιτική εκπροσώπηση.
Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, θα έρθει όταν οι νέοι υπουργοί κληθούν να μετατρέψουν τις δεσμεύσεις σε πολιτική πράξη, με την οικονομία, το κόστος ζωής, τη μετανάστευση, την άμυνα και το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας να αποτελούν τα πρώτα μεγάλα μέτωπα της νέας κυβέρνησης.
Πηγή: skai.gr







































