
Η χαλέπιος πεύκη μπορεί να αναγεννηθεί φυσικά μετά τη φωτιά, εφόσον προστατευθεί από τη βόσκηση και τις αλλαγές χρήσης γης, επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Φίλιππος Αραβανόπουλος, ο οποίος παράλληλα χαρακτηρίζει «υπερβολικές» τις αναφορές περί «αρχέγονου δάσους 500 ετών».
Ωστόσο, ο ίδιος υπογραμμίζει την ανάγκη να παραμείνει η εξελισσόμενη δασική πυρκαγιά εντός της περιοχής της Σίβηρης και να μην περάσει προς την Ελάνη, όπου η πυκνή δασική βλάστηση συνδυάζεται με εκτεταμένη ζώνη μίξης δάσους και κατοικιών.
Όπως εξηγεί, το δάσος της περιοχής αποτελείται από χαλέπιο πεύκη, ένα είδος χαρακτηριστικό των παραθαλάσσιων περιοχών της Ελλάδας, από τη Χαλκιδική έως τη Μονεμβασιά και το Ιόνιο. Πρόκειται για δάσος με ιδιαίτερα αξιόλογους πληθυσμούς, μεγάλα, ψηλά και ευθυτενή δέντρα, τα οποία μπορεί να δίνουν την εικόνα ενός πολύ παλιού δάσους, ωστόσο η ηλικία των συγκεκριμένων δέντρων δεν πρέπει να συγχέεται με την ιστορική παρουσία του ίδιου του δασικού οικοσυστήματος στην περιοχή.
«Τα δάση της χαλεπίου πεύκης υπάρχουν σε αυτές τις περιοχές εδώ και 12.000-15.000 χρόνια», διευκρινίζει ο κ. Αραβανόπουλος, εξηγώντας ότι πρόκειται για δάση που εγκαταστάθηκαν και εξελίχθηκαν στην περιοχή μετά το τέλος των παγετώνων.
‘Αλλο, όμως, είναι η ιστορική ηλικία του οικοσυστήματος και άλλο η ηλικία των δέντρων που βλέπουμε σήμερα, υπογραμμίζει. Η χαλέπιος πεύκη είναι ένα είδος προσαρμοσμένο στη φωτιά και έχει τη δυνατότητα φυσικής αναγέννησης μετά από μια πυρκαγιά.
«Υπερβολές τα περί αρχέγονου δάσους »
Ο καθηγητής Δασολογίας του ΑΠΘ αποσαφηνίζει επίσης ότι οι αναφορές περί «αρχέγονου» ή «παρθένου» δάσους με δέντρα ηλικίας 500 ετών δεν ανταποκρίνονται, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, στην πραγματικότητα. «Αυτά είναι λίγο υπερβολές», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η ηλικία των περισσότερων δέντρων που φαίνονται να καίγονται σήμερα εκτιμάται περίπου στα 50 έως 60 χρόνια.
Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με το ιστορικό των πυρκαγιών στην περιοχή. Ο κ. Αραβανόπουλος αναφέρει ότι έχει προηγηθεί μεγάλη πυρκαγιά στην ευρύτερη περιοχή, η οποία πιθανότατα έκαψε τμήματα του σημερινού δάσους, με αποτέλεσμα η σημερινή γενιά δέντρων να έχει προκύψει από τη φυσική αναγέννηση που ακολούθησε.
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, όπως σημειώνει, να υπάρχουν μεμονωμένα δέντρα μεγαλύτερης ηλικίας, τα οποία δεν είχαν καεί σε προηγούμενες πυρκαγιές. Ωστόσο, όπως προσθέτει, η γενική εικόνα δεν παραπέμπει σε δάσος αποτελούμενο από δέντρα ηλικίας εκατοντάδων ετών.
Η φωτιά ως μέρος του…φυσικού κύκλου της χαλεπίου πεύκης
Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι ότι η χαλέπιος πεύκη είναι πυρόφιλο είδος, δηλαδή ένα είδος που έχει εξελιχθεί ώστε να μπορεί να αναγεννάται μετά τη φωτιά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φαινόμενο των κουκουναριών που ανοίγουν με την υψηλή θερμοκρασία. Με τον τρόπο αυτό, εξηγεί, απελευθερώνονται τα σπέρματα και διασπείρονται στην περιοχή.
«Είναι ένας μηχανισμός της φύσης που διασπείρει τα σπέρματα που είναι μέσα στα κουκουνάρια», αναφέρει, σημειώνοντας ότι οι σπόροι μπορούν να μεταφερθούν σε απόσταση περίπου 20 μέτρων άμεσα, ακόμη και 50 έως 100 μέτρα αν βοηθήσει ο άνεμος και, με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, να αρχίσει η φυσική αναγέννηση.
Με άλλα λόγια, η σημερινή εικόνα μιας καμένης έκτασης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το οικοσύστημα έχει καταστραφεί οριστικά. Αντίθετα, το συγκεκριμένο είδος έχει τη δυνατότητα να επανέλθει χωρίς εκτεταμένες ανθρώπινες παρεμβάσεις.
Σε 15-20 χρόνια θα υπάρχει και πάλι ένα νέο δάσος
Σύμφωνα με τον κ. Αραβανόπουλο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν νέες πιέσεις, η χαλέπιος πεύκη μπορεί να αναγεννηθεί φυσικά στις καμένες εκτάσεις. «Εφόσον δεν υπάρχει βόσκηση, θα αναγεννηθεί», τονίζει, εξηγώντας ότι κατά τα πρώτα χρόνια μετά τη φωτιά η εικόνα θα είναι εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, καθώς θα πρόκειται για ένα χαμηλό δάσος, με νεαρά δέντρα ύψους περίπου δύο έως τεσσάρων μέτρων.
Η πλήρης επαναφορά στη σημερινή εικόνα θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο, ωστόσο η διαδικασία της φυσικής αναγέννησης μπορεί να ξεκινήσει από μόνη της. Το μεγάλο ζητούμενο, όπως υπογραμμίζει, είναι να μην παρεμποδιστεί αυτή η φυσική διαδικασία.
Δύο είναι οι βασικοί κίνδυνοι που θα πρέπει να αποφευχθούν: η βόσκηση και οι αλλαγές χρήσης γης, δηλαδή η πίεση για οικιστικές ή άλλες ανθρώπινες παρεμβάσεις στις καμένες εκτάσεις.
Κρίσιμο το έδαφος – Αναγκαία τα αντιπλημμυρικά έργα
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία του εδάφους μετά την πυρκαγιά. Ο κ. Αραβανόπουλος επισημαίνει την ανάγκη να γίνουν αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, ώστε οι έντονες βροχοπτώσεις να μην παρασύρουν το έδαφος και μαζί του τους σπόρους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη φυσική αναγέννηση.
Η ανάγκη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη Σίβηρη, καθώς στην ευρύτερη περιοχή έχει καταγραφεί στο παρελθόν σοβαρό πλημμυρικό φαινόμενο μετά από πυρκαγιά.
Επομένως, η αντιμετώπιση των συνεπειών της σημερινής φωτιάς δεν σταματά με την κατάσβεση του μετώπου. Το επόμενο κρίσιμο βήμα θα είναι η προστασία του εδάφους και της φυσικής αναγέννησης, ώστε η περιοχή να μπορέσει σταδιακά να επανακτήσει την πλήρη δασική της κάλυψη.
Το μεγάλο στοίχημα: να μην περάσει η φωτιά στην Ελάνη
Αν για τη Σίβηρη η μάχη είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό μια προσπάθεια περιορισμού των επιπτώσεων της φωτιάς και ελέγχου αναζωπυρώσεων, το κρίσιμο επιχειρησιακό στοίχημα είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή, να μην ξεφύγει το μέτωπο από τη συγκεκριμένη λεκάνη απορροής και να μην κινηθεί προς την Ελάνη. «Νομίζω εδώ είναι το στοίχημα», λέει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος εξηγεί ότι η αν οροθετηθεί η πυρκαγιά εντός της λεκάνης απορροής της Σίβηρης, μπορεί να αντιμετωπιστεί ευκολότερα. Το πρόβλημα αρχίζει εάν το μέτωπο περάσει τις κορυφογραμμές και κινηθεί προς την Ελάνη.
Στην Ελάνη θα είναι πολύ πιο δύσκολα
Ο κ. Αραβανόπουλος γνωρίζει καλά την περιοχή, καθώς, όπως αναφέρει, έχει εργαστεί για πολλά χρόνια στο δάσος της Ελάνης. Και εκεί κυριαρχεί επίσης η χαλέπιος πεύκη, άρα και εκεί υπάρχει η δυνατότητα φυσικής αναγέννησης μετά από μια πυρκαγιά.
Ωστόσο, η μεγάλη διαφορά είναι η πυκνή παρουσία κατοικιών μέσα στη δασική βλάστηση.
«Εκεί πέρα έχουμε πάρα πολύ έντονη τη ζώνη μίξης δάσους-οικισμών. Υπάρχουν πάρα πολλά σπίτια μέσα στα δέντρα», εξηγεί.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα πυκνή δασική περιοχή, με σημαντική παρουσία κατοικιών, γεγονός που θα έκανε την αντιμετώπιση μιας μεγάλης πυρκαγιάς σαφώς δυσκολότερη.
«’Αμα ξεφύγει η φωτιά και πάει στην Ελάνη, θα είναι δύσκολο να σταματήσει, πιο δύσκολα από τη Σίβηρη», προειδοποιεί.
Παράλληλα, μια ενδεχόμενη επέκταση προς την Ελάνη θα σήμαινε ότι η φωτιά θα μπορούσε να πλήξει ακόμη μεγαλύτερη δασική έκταση και να δημιουργήσει έναν νέο, πολύ πιο σύνθετο κύκλο κινδύνου, καθώς θα πλησίαζε περιοχές με ακόμη πιο αυξημένη οικιστική και τουριστική δραστηριότητα.
Να μην περάσει στην επόμενη κοιλάδα
Γενικά, βασική επιδίωξη κατά την αντιμετώπιση μιας μεγάλης δασικής πυρκαγιάς είναι να περιοριστεί το μέτωπο μέσα στα φυσικά όρια της περιοχής όπου εκδηλώθηκε.
«Προσπαθούμε να οριοθετήσουμε μια φωτιά γύρω-γύρω από τον υδροκρίτη, γύρω-γύρω από τη λεκάνη απορροής, στην κοιλάδα που βρίσκεται, να μην περάσει την κορυφογραμμή, να μην πάει στην επόμενη κοιλάδα», εξηγεί και υπογραμμίζει «εάν δεν συμβεί, η κατάσταση περιπλέκεται σημαντικά».
Λέγοντας ότι ο παράγοντας του ανέμου είναι καθοριστικός, επισημαίνει ότι η εξασθένησή του αποτελεί θετική εξέλιξη για τις επίγειες δυνάμεις που επιχειρούν στην περιοχή.
«Πιστεύω ότι αν οι επίγειες δυνάμεις δουλέψουν πάρα πολύ σκληρά όλη τη νύχτα, θα το κρατήσουν το μέτωπο να μην περάσει προς τα εκεί», εκτιμά.
Η επόμενη ημέρα μετά τη φωτιά
Για τον ίδιο, η σημερινή μάχη έχει δύο διακριτές διαστάσεις. Η πρώτη είναι η άμεση προσπάθεια να περιοριστεί η φωτιά και να μην επεκταθεί σε νέες δασικές και οικιστικές ζώνες. Η δεύτερη αφορά την επόμενη ημέρα, όταν θα πρέπει να προστατευθεί η καμένη έκταση από τη διάβρωση, τις πλημμύρες, τη βόσκηση και την αλλαγή χρήσης γης.
Στη Σίβηρη, όπως λέει χαρακτηριστικά, «έγινε ζημιά» και πλέον το ζητούμενο είναι ο περιορισμός των συνεπειών. Στην Ελάνη, όμως, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα πρόληψης μιας πολύ μεγαλύτερης καταστροφής.
Το μήνυμα που προκύπτει από την επιστημονική προσέγγιση του κ. Αραβανόπουλου είναι διπλό: η χαλέπιος πεύκη έχει τη φυσική ικανότητα να ξαναδώσει δάσος μετά τη φωτιά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η πυρκαγιά είναι χωρίς συνέπειες ή ότι η ανθρώπινη προστασία δεν είναι απαραίτητη.
Η φυσική αναγέννηση μπορεί να κάνει μεγάλο μέρος της δουλειάς, υπό την προϋπόθεση ότι θα προστατευθεί το έδαφος και ότι οι καμένες εκτάσεις θα παραμείνουν δασικές. Το πραγματικό στοίχημα, ωστόσο, αυτή τη στιγμή είναι επιχειρησιακό: να παραμείνει η φωτιά στη Σίβηρη και να μην περάσει στην Ελάνη, ανοίγοντας τον δρόμο προς μια πολύ μεγαλύτερη δασική και οικιστική καταστροφή στην ευρύτερη περιοχή της Κασσάνδρας.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ



































