Στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων τοποθετήθηκε ως Εισηγητής του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, ο Βουλευτής Ρεθύμνης και Υπεύθυνος ΚΤΕ Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του κόμματος, Μανόλης Χνάρης, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής «με αντικείμενο τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, στη βάση των σύγχρονων προκλήσεων και των διεθνών εξελίξεων».
Ο Μ. Χνάρης ξεκίνησε την ομιλία του επισημαίνοντας τις «αιτίες που ανάγκασαν τον Αγροτικό κόσμο της χώρας, να βγει στους δρόμους και να διεκδικήσει το αυτονόητο, δηλαδή τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων, τη συνέχιση της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά πολύ περισσότερο την αξιοπρεπή επιβίωση των ίδιων και των οικογενειών τους», η οποία πλέον τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι κινητοποιήσεις αυτές, όπως τόνισε, «αποτελούν την κραυγή αγωνίας των γεωργών, των κτηνοτρόφων, των αλιέων και των μελισσοκόμων της χώρας, απέναντι σε μία Κυβέρνηση που τους έχει εγκαταλείψει εντελώς».
Ακολούθως, με ιδιαίτερα δηκτικό τρόπο, επέκρινε την κυβέρνηση για την απαξιωτική της στάση απέναντι στα προβλήματα του αγροτικού κόσμου. Τόνισε ότι, για ακόμα μία φορά, η κυβέρνηση επέλεξε «τη γνωστή αλαζονική επικοινωνιακή διαχείριση, με τη στοχοποίηση των αγροτών και την ενεργοποίηση του κοινωνικού αυτοματισμού».
Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε ότι όλα τα ανωτέρω «εξανάγκασαν τον Πρωθυπουργό να ζητήσει επί της ουσίας υποκριτικά τη συναίνεση των κομμάτων και εμμέσως πλην σαφώς να παραδεχτεί την πλήρη αποτυχία της επταετούς κυβερνητικής πολιτικής στον πρωτογενή τομέα». Χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποκριτικής στάσης της Κυβέρνησης, όπως ανέφερε, ήταν: «όταν η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ κατέθεσε τις τροπολογίες για αφορολόγητο αγροτικό πετρέλαιο στην αντλία, όπου όχι μόνο τις καταψηφίσατε αλλά μας κατηγορούσατε και ως λαϊκιστές. Σήμερα, άραγε τι έχει αλλάξει;»
Στη συνέχεια, ανέδειξε τα οξυμένα προβλήματα του αγροτικού κόσμου, με κυριότερο την «εκρηκτική αύξηση του κόστους παραγωγής κατά 28,5% σε σύγκριση με το 2020, που έχει εκμηδενίσει τα ήδη στενά περιθώρια κέρδους των αγροτικών εκμεταλλεύσεων», παραθέτοντας τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ, όπως: «για την τιμή 7 λεπτα/κιλοβατώρα, με επιπλέον κόστος περίπου 15 εκατομμυρίων ευρώ» καθώς και «τη θέσπιση ανώτατης τιμής έως 30% του μέσου όρου των πέντε χαμηλότερων τιμών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Ακολούθως, όπως τόνισε ο Βουλευτής, η κυβερνητική αδράνεια στο ζήτημα των εργατών γης έχει οδηγήσει σε 70.000 κενές θέσεις εργασίας, με άμεση συνέπεια την περαιτέρω αύξηση του κόστους παραγωγής και τη μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Επιπρόσθετα, επεσήμανε ότι η κατάσταση εντείνεται ολοένα και περισσότερο λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, της αύξησης του κόστους των γεωργικών και κτηνοτροφικών φαρμάκων και λιπασμάτων και της έλλειψης πολιτικής βούλησης αλλά και ικανότητας από πλευράς της κυβέρνησης να τροποποιήσει τον απαρχαιωμένο κανονισμό του ΕΛΓΑ, ο οποίος αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σημερινές προκλήσεις.
Επίσης, ο Μ. Χνάρης επεσήμανε ότι: «το 2025 ήταν η χειρότερη χρονιά καταβολής των άμεσων ενισχύσεων στους Αγρότες», δεδομένου ότι «υπολείπεται άνω του 1 δισ, το οποίο το μεταφέρεται για το 2026». Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, καταβλήθηκαν μόλις 729 εκατ. ευρώ, αντί για 1,88 δισ ευρώ που προβλέπονταν.
Στο σημείο αυτό, εστίασε στις καταστροφικές επιπτώσεις της επιζωοτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, υπογραμμίζοντας ότι: «το επιτελικό κράτος κατέληξε σε επιχειρησιακό φιάσκο με τη θανάτωση άνω των 460.000 ζώων».
Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, επέκρινε την κυβέρνηση, η οποία «παρά τις συστάσεις του αρμόδιου επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρνείται χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση, οποιαδήποτε συζήτηση για την αναγκαιότητα ή μη του εμβολιασμού, έστω και σε τοπικό επίπεδο», ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση ζωοτροφών από την ηπειρωτική χώρα στην Κρήτη, «χωρίς αυστηρό πλαίσιο, γεγονός που αναιρεί στην πράξη κάθε έννοια προληπτικής θωράκισης, θέτοντας σε κίνδυνο τους κρητικούς κτηνοτρόφους».
Επίσης, όσον αφορά την καταβολή αποζημιώσεων, σημείωσε ότι «παρατηρούνται μεγάλες καθυστερήσεις, ενώ στα αζήτητα παραμένει η αναπλήρωση του εισοδήματος και πολύ περισσότερο η αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου».
Έπειτα, ειδική μνεία έκανε στη συμφωνία Mercosur, χαρακτηρίζοντάς τη ως «το κερασάκι στην τούρτα». Όπως ανέφερε, «με την εν λόγω συμφωνία επιχειρείται η εισαγωγή φθηνών και χαμηλής ποιότητας αγροτικών προϊόντων από χώρες της Λατινικής Αμερικής, στις οποίες επιτρέπεται η χρήση φυτοφαρμάκων, ορμονών, ουσιών και πρακτικών, που είναι απαγορευμένες στον ευρωπαϊκό χώρο», δημιουργώντας ένα πλαίσιο αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Ελλήνων αγροτών, «οι οποίοι για να παρέχουν υψηλής ποιότητας αγαθά, καλούνται να ανταπεξέλθουν σε ένα περιβάλλον μεγάλου κόστους παραγωγής και γραφειοκρατίας».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μ. Χνάρης κατέστησε σαφές ότι: «η Κυβέρνηση, χωρίς διαπραγμάτευση και διεκδίκηση θυσίασε τον πρωτογενή τομέα της χώρας προς όφελος των συμφερόντων των βιομηχανικών κρατών της Ευρώπης», ζητώντας από την κυβέρνηση: «να ανταποκριθεί στο σχετικό αίτημα που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής των Ελλήνων, προκειμένου ο αρμόδιος Υπουργός να εξηγήσει ενώπιον των παραγωγικών φορέων της χώρας, τους λόγους για τους οποίους η Κυβέρνηση υποστήριξε την εν λόγω συμφωνία, καθώς και τα μέτρα που θα λάβει για την προστασία των συμφερόντων των αγροτών».
Εν συνεχεία, ο Μ. Χνάρης παρουσίασε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την συγκρότηση Εθνικής Επιτροπής για την Αγροτική Παραγωγή και Διατροφική Ανθεκτικότητα με σαφή δομή, αποστολή και χρονοδιάγραμμα σε τρεις διακριτές φάσεις, όπου: «Η πρώτη φάση αφορά τη συγκρότηση ανεξάρτητης επιτροπής από κορυφαίους ειδικούς και πανεπιστήμια στην Ελλάδα και την Ε.Ε., η οποία σε διάστημα τεσσάρων μηνών θα καταρτίσει ένα τεκμηριωμένο σχέδιο για τα ζητήματα που αφορούν τη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα της χώρας. Ακολούθως, στη δεύτερη φάση, θα ακολουθήσει εθνικός διάλογος με τη συμμετοχή των κοινοβουλευτικών κομμάτων, των εκπροσώπων των αγροτών, των συνεταιρισμών και των επιχειρήσεων, ώστε να σχηματιστεί μία εθνική στρατηγική για την αγροτική παραγωγή και τη διατροφική ανθεκτικότητα, με συγκεκριμένους στόχους, εργαλεία και χρονοδιαγράμματα. Στην τρίτη φάση, το εθνικό σχέδιο θα κατατεθεί στη Βουλή, ούτως ώστε τα κόμματα να προχωρήσουν στην τελική τους τοποθέτηση, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ευρείας δεσμευτικής συναίνεσης για την επόμενη δεκαετία, ώστε η αγροτική πολιτική να αποκτήσει συνέχεια, σταθερότητα, ανθεκτικότητα και προβλεψιμότητα».
Τέλος, ο Μ. Χνάρης υπογράμμισε ότι: «Ανεξάρτητα αν αποδεχτείτε την πρότασή μας ή όχι και σε κάθε περίπτωση, παρότι πάγια τακτική σας είναι η επικοινωνιακή διαχείριση και όχι η ουσία, αν η βουλή το αποφασίσει, θα είμαστε παρόν στον διάλογο, στη διακομματική επιτροπή, με τις θέσεις και προτάσεις μας έτσι ώστε να αναγκαστείτε για ακόμα μια φορά να υιοθετήσετε πολιτικές και πρακτικές προς όφελος των ανθρώπων του πρωτογενούς τομέα», επισημαίνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να δώσει άλλοθι στην κυβέρνηση να συνεχίσει απρόσκοπτα την καταστροφική της πολιτική.
Συνοψίζοντας, ο Μ. Χνάρης, κατέληξε ότι: «Ο περήφανος αγροτικός κόσμος θέλει όραμα, σχέδιο και προοπτική. Είναι μονόδρομος πλέον η στήριξη της υπαίθρου, όχι μόνο για την αξιοπρεπή διαβίωση των ανθρώπων μας, αλλά πολύ περισσότερο για την αντιμετώπιση του δημογραφικού, που υπονομεύει την ύπαρξη του ίδιου τους κράτους».
Το άρθρο “Μ. Χνάρης:«Ο περήφανος αγροτικός κόσμος θέλει όραμα, σχέδιο και προοπτική και όχι την προσχηματική και επικοινωνιακή τακτική της Νέας Δημοκρατίας»“, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο CRETA24.










