
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, επιχειρεί μέσω των νέων στρατιωτικών χτυπημάτων να αυξήσει ακόμη περισσότερο την πίεση προς την Τεχεράνη, ωστόσο μέχρι στιγμής το ιρανικό καθεστώς δεν δείχνει διατεθειμένο να υποχωρήσει, καθώς όπως δείχνουν οι εξελίξεις αντέχει στις Αμερικανικές επιθέσεις.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές ποιος είναι ο τελικός στρατηγικός στόχος της Ουάσινγκτον, καθώς η σύγκρουση εξελίσσεται χωρίς σαφή προοπτική τερματισμού.
Η τελευταία απειλή του Αμερικανού προέδρου ότι θα βομβαρδίσει κρίσιμες ιρανικές υποδομές εκτιμάται ότι δύσκολα θα μεταβάλει τη στάση της Τεχεράνης.
Αντιθέτως, αναδεικνύει τα όρια μιας στρατηγικής που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ.
Κλιμάκωση στη μάχη για το Στενό του Ορμούζ
Η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται ολοένα και πιο απογοητευμένη από την άρνηση του Ιράν να συνθηκολογήσει. Οι δύο πλευρές έχουν εντείνει τις επιθέσεις τους τον τελευταίο μήνα, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης για τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πλήττουν «μία γέφυρα ή έναν σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας» για κάθε πλοίο που δέχεται επίθεση στον Περσικό Κόλπο.
Ωστόσο, πέντε μήνες μετά την έναρξη της μεγάλης αμερικανικής αεροπορικής εκστρατείας, η κατάσταση απέχει από το να θεωρείται υπό έλεγχο.
Η εκεχειρία έχει καταρρεύσει, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διεκδικεί τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ και το Πεντάγωνο δεν έχει καταφέρει να εξουδετερώσει πλήρως τις δυνατότητες του Ιράν να εξαπολύει επιθέσεις με drones και πυραύλους.
Η πραγματικότητα αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά τον θάνατο τριών Αμερικανών στρατιωτών το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Το δίλημμα της Ουάσινγκτον
Αναλυτές εκτιμούν ότι, εάν η αμερικανική κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να ανεβάσει σημαντικά τον πήχη των επιχειρήσεων, είτε επεκτείνοντας δραστικά τη λίστα των στόχων είτε ακόμη και εξετάζοντας την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, η τελευταία κλιμάκωση των επιθέσεων και των αντιποίνων θα συνεχιστεί χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο.
«Έχουμε δει ότι όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν στρατιωτική ισχύ με δισταγμό ή σταδιακά, το μόνο που πετυχαίνουν είναι να παρατείνουν τη σύγκρουση και να αυξήσουν τον κίνδυνο», δήλωσε πρώην Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος, ο οποίος, όπως και άλλοι συνομιλητές, μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας.
«Αν δεν είσαι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσεις την απειλή της βίας όταν χρειάζεται, δεν πρόκειται να πείσεις τον αντίπαλό σου για τίποτα», πρόσθεσε.
Δεν διαφαίνεται χερσαία επιχείρηση
Παρά τη σκληρή ρητορική της Ουάσινγκτον, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις συγκέντρωσης χερσαίων δυνάμεων που να προμηνύουν μια ενδεχόμενη εισβολή. Κάτι που φυσικά δεν θα είναι εύκολο απέναντι σε μία χώρα 80 εκατομμυρίων και σε ένα καθεστώς που όχι μόνο αντέχει, αλλά όπως δείχνουν οι εξελίξεις έχει και μεγάλη στήριξη από τους πολίτες της χώρας, ειδικότερα στην περίπτωση μιας εισβολής.
Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη από τον Φεβρουάριο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις πρώτες αεροπορικές επιδρομές.
Οι εναλλαγές αεροπορικών σχηματισμών και πολεμικών πλοίων συνεχίζονται, ενώ ο συνολικός αριθμός των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή παραμένει περίπου στις 50.000.
Το μήνυμα του Λευκού Οίκου
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο πρόεδρος Τραμπ επικεντρώνεται στο να επιβάλει κόστος στο Ιράν για τις παραβιάσεις του Μνημονίου Κατανόησης, αλλά και για τις συνεχιζόμενες επιθέσεις στο Στενό του Ορμούζ.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον θεωρεί πως η Τεχεράνη θα πρέπει να λογοδοτήσει και για τον πρόσφατο θάνατο Αμερικανών στρατιωτών.
«Τα καταστροφικά αυτά πλήγματα θα συνεχιστούν μέχρι ο Πρόεδρος να αποφασίσει διαφορετικά. Ταυτόχρονα, οι συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα όρια της αεροπορικής ισχύος
Η ιστορία δείχνει ότι η αεροπορική υπεροπλία μπορεί να εξουδετερώνει συγκεκριμένους στρατιωτικούς στόχους, ωστόσο είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική όταν επιδιώκεται αλλαγή καθεστώτος ή επίτευξη μιας συνολικής στρατηγικής νίκης. Το ζήτημα τέθηκε και στη διάρκεια ακρόασης στη Γερουσία.
«Νομίζω ότι πλέον αντιλαμβανόμαστε τα όρια της αεροπορικής ισχύος, καθώς ουσιαστικά έχουμε περιέλθει σε αδιέξοδο», δήλωσε ο Μπράιαν Σατς, απευθυνόμενος στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και στον πρόεδρο του Γενικού Επιτελείου, στρατηγό Νταν Κέιν.
Ο ίδιος ο Κέιν παραδέχθηκε ότι «η αεροπορική ισχύς έχει τα όριά της και πρέπει πάντοτε να τα λαμβάνουμε υπόψη όταν επιδιώκουμε μια στρατιωτική νίκη».
Οι επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές
Η Τεχεράνη, σύμφωνα με τους αναλυτές, έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να αντέξει την αμερικανική αεροπορική εκστρατεία.
Η συνταξιούχος δικαστής της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, Ρέιτσελ ΒανΛάντινγκχαμ, η οποία έχει συμβουλεύσει στρατιωτικούς διοικητές για το Δίκαιο του Πολέμου, υποστήριξε ότι η επέκταση των επιθέσεων σε περισσότερες πολιτικές υποδομές δεν πρόκειται να μεταβάλει τη στάση της ιρανικής ηγεσίας.
Όπως επισήμανε, τέτοιου είδους επιθέσεις μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες μόνο εφόσον οι συγκεκριμένες υποδομές έχουν αποδεδειγμένη στρατιωτική χρήση.
«Ακόμη και αν είναι νομικά επιτρεπτές, δεν είναι αποτελεσματικές ως μέσο εξαναγκασμού της Τεχεράνης να εγκαταλείψει τις θέσεις της», σημείωσε.
Καμία ένδειξη αποκλιμάκωσης
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι κορυφαίοι αξιωματούχοι των δύο πλευρών έχουν χαράξει μια συγκεκριμένη πορεία για τον τερματισμό των συγκρούσεων.
Αντίθετα, τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη φαίνεται να επιδιώκουν τη βελτίωση της διαπραγματευτικής τους θέσης μέσα από μια σύγκρουση περιορισμένης κλίμακας, η οποία όμως παρουσιάζει σταθερά χαρακτηριστικά κλιμάκωσης.
Ο πρώην διοικητής της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης, στρατηγός ε.α. Τζο Βότελ, εκτίμησε ότι η αεροπορική ισχύς μπορεί από μόνη της να επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα, όμως η ιρανική ηγεσία φαίνεται να θεωρεί πως η διατήρηση του ελέγχου στο Στενό του Ορμούζ αξίζει το κόστος της συνέχισης της αντιπαράθεσης.
Μειώνεται η στήριξη ακόμη και στη βάση του MAGA
Την ίδια ώρα, νέα δημοσκόπηση του POLITICO καταγράφει μεταβολή και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν είναι μόνο οι Ιρανοί που παραμένουν αμετακίνητοι.
Αρχίζει να υποχωρεί και η υποστήριξη της εκλογικής βάσης του ακροδεξιού κινήματος MAGA που στηρίζει τη κυβέρνηση Τραμπ απέναντι στον πόλεμο.
Τον Μάιο, περίπου οι μισοί ψηφοφόροι που στηρίζουν τον Αμερικανό πρόεδρο θεωρούσαν ότι η στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν άξιζε το οικονομικό της κόστος. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει περιοριστεί περίπου στο ένα τρίτο.
Η πτώση κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μόλις δύο μήνες υποδηλώνει ότι ακόμη και οι πιο πιστοί υποστηρικτές του Ντόναλντ Τραμπ προσεγγίζουν πλέον τη θέση της πλειοψηφίας των Αμερικανών πολιτών, οι οποίοι διαχρονικά εμφανίζονται αντίθετοι σε μια μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή.
Πηγή: skai.gr

































