toggle
- Ο Τραμπ έχει αλλάξει τους όρους της σχέσης με το ΝΑΤΟ, συνδέοντας την αμερικανική στήριξη με ανταλλάγματα από τους συμμάχους.
- Οι Ευρωπαίοι, υπό τον φόβο ότι η αμερικανική προστασία δεν είναι πλέον δεδομένη, αυξάνουν θεαματικά τις αμυντικές τους δαπάνες.
- Η κρίση με το Ιράν άνοιξε νέο ρήγμα, καθώς οι σύμμαχοι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τον Τραμπ σε έναν πόλεμο που δεν θεωρούν νατοϊκή υποχρέωση.
- Η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα γίνεται crash test για τη Συμμαχία: μπορεί να κρατήσει τις ΗΠΑ «μέσα» χωρίς να υποταχθεί πλήρως στις απαιτήσεις Τραμπ;
Της Εύας Πλιάκα
«Να κρατήσουμε τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω»: Με αυτή τη φράση, το 1952, ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, λόρδος Χέιστινγκς Ισμέι, συνόψισε τους στόχους πίσω από τη δημιουργία της νέας στρατιωτικής συμμαχίας.
Σήμερα, ημέρα που οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συγκεντρώνονται στην Άγκυρα για την ετήσια σύνοδο κορυφής, δεδομένων των κραδασμών που έχει επιφέρει η επιθετική στρατηγική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Συμμαχία, τα λόγια του λόρδου Ισμέι καθίστανται «προφητικά» επίκαιρα.
Ήδη από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο (2017-2021) κατέστη σαφές ότι η αρχιτεκτονική ασφαλείας του ΝΑΤΟ δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται δεδομένη. Μάλιστα, η συχνά αμφίσημη στάση του απέναντι στη Συμμαχία έθεσε υπό αμφισβήτηση ακόμη και την αξιοπιστία της αμερικανικής δέσμευσης στη συλλογική άμυνα, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Άρθρο 5.
Αν και για περισσότερα από 75 χρόνια το ΝΑΤΟ (από την ίδρυσή του στις 4 Απριλίου 1949) αποτέλεσε εργαλείο διατήρησης της αμερικανικής επιρροής στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ «Πρώτα η Αμερική» κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, σηματοδότησε μια απομάκρυνση από τον παραδοσιακό διεθνή ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η συγκρουσιακή σχέση του Τραμπ με το ΝΑΤΟ εντάσσεται σε μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι οι ευρωπαϊκές χώρες εκμεταλλεύονται επί πολλές δεκαετίες την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, εξοικονομώντας έτσι πόρους από τις αμυντικές τους δαπάνες.
Κατά την πρώτη διακυβέρνησή του, ο Τραμπ εξαπέλυε συχνά δριμεία κριτική κατά του ΝΑΤΟ και κρατών-μελών, όπως η Γερμανία, κατηγορώντας τα ότι δεν δαπανούν αρκετά για την άμυνά τους και βασίζονται στην Ουάσιγκτον για την προστασία τους.
Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την επανεκλογή του στην προεδρία των ΗΠΑ, οι τοποθετήσεις του προανήγγειλαν ουσιαστικά το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, ο Τραμπ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα την ακραία ρητορική, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα υπερασπιζόταν συμμάχους του ΝΑΤΟ που δεν δαπανούν αρκετά για την άμυνά τους και ότι θα ενθάρρυνε ακόμη και τη Ρωσία να τους επιτεθεί.
Από τη ρητορική στην πράξη
Η επιστροφή του στον Λευκό Οίκο σηματοδότησε τη μετάβαση από τη ρητορική στην έμπρακτη εφαρμογή μιας πολιτικής, που προσεγγίζει τη σχέση με το ΝΑΤΟ περισσότερο σαν μια οικονομική συμφωνία και όχι υπό το πρίσμα των κοινών αξιών, με αποτέλεσμα οι σύμμαχοι να εγείρουν ανησυχίες για το κατά πόσο μπορεί να θεωρείται δεδομένη η αμερικανική δέσμευση στη συλλογική ασφάλεια.
Το πρώτο δείγμα γραφής της νέας πολιτικής προσέγγισης δόθηκε με τη μεταβολή της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Ουκρανία. Μετά την αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Οβάλ Γραφείο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν τη στρατιωτική βοήθεια και τη συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών με το Κίεβο. Η κίνηση σήμανε συναγερμό στους Ευρωπαίους συμμάχους, καθώς έδειξε ότι μια προσωπική σύγκρουση στον Λευκό Οίκο μπορούσε να έχει άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια της Ευρώπης.
[embedded content]
Ακολούθησαν μια σειρά κινήσεις του Αμερικανού προέδρου που επιβεβαίωσαν τους φόβους των Ευρωπαίων για πλήρη μεταστροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Τραμπ απείλησε ακόμη και με κατάληψη της Γροιλανδίας, μιας αυτόνομης περιοχής της Δανίας, κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, επέβαλε αυθαίρετους δασμούς, διαπραγματεύτηκε το μέλλον της Ευρώπης με τον Βλαντιμίρ Πούτιν και, αφού είχε ακυρώσει από την πρώτη του θητεία την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, εξαπέλυσε στρατιωτική επίθεση στη Μέση Ανατολή χωρίς να ενημερώσει τους συμμάχους του, ενεργώντας εκτός οποιουδήποτε νομικού πλαισίου.
Υπό το βάρος των νέων δεδομένων, η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τη Συμμαχία ήταν η σύνοδος κορυφής στη Χάγη, όπου οι σύμμαχοι, επιδιώκοντας να αποτρέψουν μια μετωπική σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ και να διατηρήσουν την αμερικανική δέσμευση στο ΝΑΤΟ, συμφώνησαν να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες, από τον στόχο του 2% του ΑΕΠ στο 5%.
Η κρίση με το Ιράν δοκιμάζει τη συνοχή της Συμμαχίας
Εσχάτως, στις ανησυχίες για τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, έρχεται να προστεθεί και η δυσαρέσκεια του Αμερικανού προέδρου απέναντι στους συμμάχους για τη στάση τους στον πόλεμο με το Ιράν.
Η άρνηση των υπόλοιπων μελών να συμμετάσχουν στον πόλεμο με το Ιράν αποτέλεσε το τελευταίο επεισόδιο στη διαρκή αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με το ΝΑΤΟ.
«Ποτέ δεν πείστηκα από το ΝΑΤΟ», δήλωσε τον Απρίλιο σε βρετανική εφημερίδα. «Πάντα ήξερα ότι ήταν μια χάρτινη τίγρη, και ο Πούτιν το ξέρει» διαμήνυσε.
Το τι σημαίνει στην πράξη το μήνυμα του Αμερικανού προέδρου ανέλαβε να μεταφέρει στους συμμάχους ο υπουργός Άμυνας της κυβέρνησής του, Πιτ Χέγκσεθ, τον Ιούνιο, κατά τη συνεδρίαση των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Εξαπέλυσε δριμεία επίθεση κατά των συμμάχων, χαρακτηρίζοντας «ντροπιαστική» την απροθυμία τους να συνδράμουν στις αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν και αφήνοντας να εννοηθεί ότι, ως συνέπεια, το Πεντάγωνο θα μπορούσε να μειώσει τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων που διατηρεί στην Ευρώπη. Προειδοποίησε, επίσης, ότι η αμερικανική στήριξη προς τη Συμμαχία «δεν μπορεί να είναι μονόδρομος».
Στη συνέχεια, ανακοίνωσε εξάμηνη επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, με στόχο οι δυνάμεις των ΗΠΑ να προσαρμοστούν στις παγκόσμιες ανάγκες της Ουάσιγκτον.
[embedded content]
Η Ουάσιγκτον είχε ανακοινώσει ήδη από τον Μάιο την πρόθεσή της να αποσύρει 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία, ενώ παράλληλα περιόρισε τις στρατιωτικές δυνατότητες που διαθέτει στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, σε μια κίνηση που ερμηνεύτηκε ευρέως ως συνέπεια της ρήξης μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με αφορμή τον πόλεμο κατά του Ιράν.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν ανέδειξε, ωστόσο, και το παράδοξο της στάσης Τραμπ: ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ και έχει υπονομεύσει τη συνοχή του, η οργή του για την άρνηση των συμμάχων να τον στηρίξουν δείχνει ότι, στην κρίσιμη στιγμή, εξακολουθεί να χρειάζεται τη Συμμαχία.
Παρά την αντίδραση της Ουάσινγκτον, αναλυτές επισημαίνουν ότι η άρνηση των συμμάχων να ευθυγραμμιστούν αυτή τη φορά με τα σχέδια του Αμερικανού προέδρου αποτέλεσε μια βαθιά πολιτική επιλογή. Ήρθε ως απάντηση σε έναν χρόνο διαρκών μονομερών κινήσεων του Τραμπ, που έθεσαν υπό αμφισβήτηση βασικές αρχές της Συμμαχίας.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αντίδραση αντανακλά και τον θεσμικό ρόλο του ΝΑΤΟ, καθώς αποτελεί αμυντική συμμαχία, δομημένη έτσι ώστε να παρέχει συλλογική προστασία έναντι συγκεκριμένων κινδύνων. Το Άρθρο 5 δεν συνιστά εγγύηση παροχής στήριξης άνευ όρων σε πολεμικές συγκρούσεις που ξεκινούν από μεμονωμένα κράτη-μέλη. Συνεπώς, η άρνηση των Ευρωπαίων να συμμετάσχουν στον πόλεμο κατά του Ιράν δεν συνιστά παραβίαση των νατοϊκών τους υποχρεώσεων.
Απέναντι στη νέα πραγματικότητα η Ευρώπη άρχισε να επανασχεδιάζει την αμυντική της στρατηγική, επιδιώκοντας να μειώσει την εξάρτηση με αφετηρία την παραδοχή ότι η δέσμευση των ΗΠΑ δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες. Ύστερα από δεκαετίες χαμηλών επενδύσεων, η Γερμανία σχεδιάζει να διαθέτει το 3,5% του ΑΕΠ της στην άμυνα έως το 2029, η Πολωνία προβλέπει να δαπανήσει φέτος το 4,8% του ΑΕΠ της, ενώ η Εσθονία, που συνορεύει άμεσα με τη Ρωσία, στοχεύει στο 5,4%.
Μπορεί ο Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ;
Με αφορμή και την τελευταία κρίση, τα ερωτήματα που τίθενται μετ’ επιτάσεως είναι αν θέλει πράγματι ο Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ και αν, τελικά, θα μπορούσε να το κάνει.
Στο τελευταίο που μπορεί να απαντηθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα, καθώς δεν εναπόκειται στις προθέσεις του Αμερικανού προέδρου, η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Μία επίσημη αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα απαιτούσε πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία ή σχετική πράξη του Κογκρέσου. Ωστόσο, ακριβώς λόγω αυτής της πρόβλεψης, γεννάται ευλόγως το ερώτημα εάν τελικά ο Τραμπ θα μπορούσε να υπονομεύσει το ΝΑΤΟ σε τέτοιο βαθμό ώστε, στην πράξη, να έχει ήδη αποσύρει τις ΗΠΑ από τη Συμμαχία. Και η απάντηση είναι: ίσως να το έχει ήδη κάνει.
Και αυτό γιατί η αποτρεπτική ικανότητα του ΝΑΤΟ βασίζεται στο να μπορεί να πείσει τους αντιπάλους ότι κάθε μέλος θα ενεργήσει συλλογικά κατά τη διάρκεια μιας κρίσης όπως προβλέπει το Άρθρο 5.
Το Άρθρο 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ θεωρείται επίθεση εναντίον όλων των μελών και ενεργοποιεί την υποχρέωση κάθε συμμάχου να το συνδράμει. Όμως η συνδρομή δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη τη χρήση ένοπλης βίας και μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μορφή δράσης κρίνουν αναγκαία οι σύμμαχοι για την αποκατάσταση και τη διατήρηση της ασφάλειας στον βορειοατλαντικό χώρο.
Σημειώνεται ότι η ρήτρα αυτή έχει ενεργοποιηθεί μόνο μία φορά στην ιστορία της Συμμαχίας, όταν οι σύμμαχοι έσπευσαν να συνδράμουν τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Crash test η σύνοδος στην Άγκυρα
Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αναμένεται να αποτελέσει νέα κρίσιμη δοκιμασία για τη Συμμαχία, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να αποδείξουν ότι οι δεσμεύσεις τους δεν μένουν στα χαρτιά.
Σε αυτό το κλίμα, την ώρα που η Ουάσιγκτον περιορίζει τις δεσμεύσεις της απέναντι στη Συμμαχία, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ θα επιχειρήσουν να αφήσουν στην άκρη τις εντάσεις με τον Αμερικανό πρόεδρο για το Ιράν και τη Γροιλανδία και να δείξουν ότι ενισχύουν την άμυνα της ηπείρου.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, επιχειρώντας να γεφυρώσει τις διαφορές, ανέφερε ότι στη σύνοδο θα αναδειχθεί ότι οι Ευρωπαίοι τηρούν τις δεσμεύσεις τους για αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Τον Ιούνιο κατά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο ο Ρούτε προσπάθησε να κατευνάσει τον Τραμπ, παρουσιάζοντας ένα διάγραμμα με τον τίτλο «The Trump Trillion», γραμμένο με χρυσά γράμματα, το οποίο έδειχνε ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια από το 2017.
Ωστόσο, ο Τραμπ, μεταβάλλοντας για άλλη μια φορά το διακύβευμα, δεν φάνηκε να πείθεται. Αν και η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες, ο Τραμπ ζητά και πάλι περισσότερα: «Το μόνο που θέλω είναι αφοσίωση».
Πηγή: skai.gr







































