
Οι θερμοκρασίες-ρεκόρ και η αυξημένη υγρασία έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στην αρχή ενός καλοκαιριού που προβλέπεται ιδιαίτερα θερμό.
Οι πόλεις, με τις σκοτεινές ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες, τα οχήματα που εκπέμπουν θερμότητα και τα κτίρια που παγιδεύουν τη ζέστη, βιώνουν εντονότερα τις υψηλές θερμοκρασίες. Σύμφωνα με τον οργανισμό Climate Central, πολλοί κάτοικοι αισθάνονται έως και 8 βαθμούς επιπλέον θερμότητας εξαιτίας της διάταξης της γειτονιάς τους. Η σχετική έρευνα ανέλυσε τα θερμικά πρότυπα σε 65 μητροπολιτικές περιοχές.
Σε θερμικούς δορυφορικούς χάρτες, οι υψηλές αυτές θερμοκρασίες ξεχωρίζουν έντονα σε σύγκριση με τα γύρω προάστια, δίνοντας στο φαινόμενο την ονομασία «Αστική Θερμική Νησίδα» (Urban Heat Island Effect). Το φαινόμενο αυτό αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στις στρατηγικές αντιμετώπισης της αστικής θερμότητας από τότε που άρχισε να μελετάται ευρέως πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.
Αν και η έννοια της αστικής θερμικής νησίδας βοηθά στην κατανόηση της σοβαρότητας του προβλήματος, αρκετοί επιστήμονες θεωρούν ότι δίνει υπερβολική έμφαση στη θερμοκρασία του εδάφους και όχι στον τρόπο με τον οποίο η ζέστη επηρεάζει τους ανθρώπους. Οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν συνδεθεί με αυξημένους καρδιαγγειακούς θανάτους, μεγαλύτερη θνησιμότητα από χρόνια νεφρική νόσο και αναπνευστική ανεπάρκεια.
Επιστήμονες και αρχιτέκτονες αναζητούν πλέον τρόπους προστασίας από τα ακραία κύματα αστικής ζέστης. Σε πολλές περιοχές έχουν αναπτυχθεί συνδυαστικές λύσεις που περιλαμβάνουν περισσότερους χώρους πρασίνου, καινοτόμες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και προηγμένες τεχνολογικές εφαρμογές, με στόχο τη μείωση των θερμοκρασιών.
Ωστόσο, οι παρεμβάσεις αυτές απαιτούν ιδιαίτερη ακρίβεια. Καμία πόλη δεν είναι ίδια με μια άλλη και οι λόγοι που οδηγούν στη συσσώρευση θερμότητας διαφέρουν σημαντικά, επισημαίνει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Υψηλής Απόδοσης του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας, Ματ Σανταμούρης. Σε ορισμένες πόλεις η ζέστη αποτελεί χρόνιο πρόβλημα, ενώ σε άλλες εμφανίζεται σπάνια αλλά με καταστροφική ένταση, απαιτώντας διαφορετικού τύπου προετοιμασία.
«Κάθε έργο μετριασμού της θερμότητας σε μια πόλη πρέπει να σχεδιάζεται από ειδικούς και να δοκιμάζεται πριν εφαρμοστεί», τονίζει ο Σανταμούρης. «Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να έχουμε φτωχά αποτελέσματα, να δαπανηθούν τεράστια ποσά και τελικά να αυξηθεί η θερμοκρασία αντί να μειωθεί».
Η λεπτή τέχνη της δημιουργίας μιας πόλης ανθεκτικής στη ζέστη
Κάθε πόλη είναι ευάλωτη στη θερμότητα για διαφορετικούς λόγους.
Το Σίδνεϊ και το Ντουμπάι υπερθερμαίνονται κυρίως λόγω της εγγύτητάς τους με ερημικές περιοχές. Σε τέτοια περιβάλλοντα, οι ανακλαστικές επιφάνειες μπορούν να απωθούν την ηλιακή ακτινοβολία, μειώνοντας τη θερμοκρασία και περιορίζοντας τη θερμή αέρια μάζα πάνω από την πόλη.
Αντίθετα, η Αθήνα αντιμετωπίζει πρόβλημα κυρίως λόγω της πυκνής δόμησης και της παρεμπόδισης της κυκλοφορίας του αέρα από τους γύρω ορεινούς όγκους. Σε αυτή την περίπτωση, προτεραιότητα αποτελεί η βελτίωση του αερισμού της πόλης. Η ψύξη των ταρατσών με φυτεύσεις και ανακλαστικά υλικά μπορεί να δημιουργήσει ψυχρότερες αέριες μάζες που κατεβαίνουν προς τους δρόμους, επιτρέποντας στις θαλάσσιες αύρες να διαπερνούν το αστικό περιβάλλον και να απομακρύνουν τη συσσωρευμένη θερμότητα.
Αρκετές πόλεις έχουν ήδη υιοθετήσει παρόμοιες πρακτικές. Η Σιγκαπούρη, όπου η αύξηση της θερμοκρασίας καταγράφεται περίπου με διπλάσιο ρυθμό από τον παγκόσμιο μέσο όρο, θεωρείται πρωτοπόρος στις αρχιτεκτονικές και τεχνολογικές λύσεις ψύξης. Η πόλη-κράτος επενδύει συστηματικά σε χώρους πρασίνου, συστήματα σκίασης και υπόγεια δίκτυα ψύξης.
Οι ανακλαστικές επιφάνειες σε πεζοδρόμια και στέγες έχουν γίνει ολοένα και πιο συνηθισμένες, αλλά και αμφιλεγόμενες. Σε μία από τις θερμότερες συνοικίες του Λος Άντζελες εφαρμόστηκαν ανακλαστικά υλικά στο οδόστρωμα και, κατά τη διάρκεια καύσωνα το 2022, οι θερμοκρασίες του αέρα ήταν έως και 1,9 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερες σε σχέση με γειτονικές περιοχές, σύμφωνα με μελέτη του 2024.
Παρ’ όλα αυτά, οι ανακλαστικές επιφάνειες αποτελούν αντικείμενο έντονης συζήτησης.
«Είμαι μεγάλος υποστηρικτής της λευκής βαφής, αλλά σε ψηλά σημεία», αναφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πόρτλαντ Βίβεκ Σάντας. «Προτιμώ επιστρώσεις που δεν αντανακλούν την ακτινοβολία απευθείας στα σημεία όπου κινούνται οι άνθρωποι».
Άλλοι ειδικοί θεωρούν ότι η έμφαση στις ψυχρότερες επιφάνειες δεν αντιμετωπίζει το ουσιαστικό πρόβλημα.
«Μπορεί να κάνεις μια κοινότητα πιο δροσερή, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνεις τους ανθρώπους να αισθάνονται πιο δροσερά», επισημαίνει η καθηγήτρια Πολεοδομικού Σχεδιασμού του UCLA, Β. Κέλι Τέρνερ, η οποία διευθύνει το πρόγραμμα έρευνας για τη θερμότητα στο Luskin Center for Innovation.
Πηγή: skai.gr





































